ΜΕΡΟΣ 6 — Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΟΥ Ο ΝΤΑΝΙΕΛ ΚΡΥΒΕ ΕΠΙ ΧΡΟΝΙΑ! 😱💔
Η Έμιλι κρατούσε τη φωτογραφία της μητέρας της με τρεμάμενα χέρια.
Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί κάποιος της έστελνε τώρα αυτό το μήνυμα. Και κυρίως, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ο πατέρας της είχε μείνει σιωπηλός.
«Μπαμπά, σε ρώτησα κάτι».
Ο Ντάνιελ καθόταν στην άκρη του καναπέ, με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα.
«Ξέρω τι με ρωτάς, κόρη μου».
«Τότε απάντησέ μου! Τι συνέβη την τελευταία νύχτα της ζωής της μαμάς;»
Εκείνος πέρασε τα χέρια του πάνω από το πρόσωπό του.
Για χρόνια είχε προσπαθήσει να θάψει εκείνη την ανάμνηση βαθιά μέσα του. Όχι επειδή δεν αγαπούσε την κόρη του, αλλά επειδή πίστευε πως η αλήθεια θα της προκαλούσε περισσότερο πόνο.
Τώρα, όμως, καταλάβαινε ότι η σιωπή του είχε αφήσει χώρο σε άλλους να γεμίσουν τη ζωή της με ψέματα.
«Τη νύχτα πριν πεθάνει η μητέρα σου», άρχισε τελικά, «είχαμε έναν μεγάλο καβγά».
Η Έμιλι ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά.
«Για ποιο λόγο;»
Ο Ντάνιελ πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Είχα ανακαλύψει ότι κάποιος προσπαθούσε να την πείσει να μεταφέρει τα χρήματα που είχε αποταμιεύσει για το μέλλον σου σε έναν λογαριασμό που δεν γνώριζα. Την πίεσα να μου εξηγήσει τι συνέβαινε. Εκείνη μου είπε ότι προσπαθούσε να προστατεύσει εσένα».
«Από ποιον;»
«Δεν μου το είπε ποτέ ξεκάθαρα».
Η Έμιλι κάθισε απέναντί του.
«Και μετά;»
Ο Ντάνιελ έκλεισε τα μάτια.
«Εκείνο το βράδυ έφυγε από το σπίτι θυμωμένη. Της είπα πράγματα που μετάνιωσα αμέσως. Ήταν η τελευταία φορά που μιλήσαμε».
Η φωνή του έσπασε.
«Λίγες ώρες αργότερα, έμαθα ότι είχε συμβεί το δυστύχημα».
Η Έμιλι έφερε το χέρι στο στόμα της.
«Θεέ μου…»
«Για πολύ καιρό πίστευα ότι, αν δεν είχαμε τσακωθεί, ίσως να μην είχε φύγει εκείνο το βράδυ. Έκανα χιλιάδες φορές την ίδια σκέψη. Αν είχα σωπάσει. Αν την είχα αγκαλιάσει αντί να θυμώσω. Αν είχα πάει μαζί της…»
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
«Δεν μπορούσα να αλλάξω όσα έγιναν. Έτσι, προσπάθησα να γίνω ο καλύτερος πατέρας που μπορούσα για εσένα».
Η Έμιλι έσκυψε το κεφάλι.
Για πρώτη φορά καταλάβαινε πόσο βαθιά είχε πληγωθεί ο πατέρας της από τον θάνατο της μητέρας της.
Αλλά ένα ερώτημα εξακολουθούσε να την βασανίζει.
«Γιατί δεν μου είπες ποτέ για τα χρήματα;»
«Επειδή δεν είχα αποδείξεις. Και επειδή δεν ήθελα να μεγαλώσεις πιστεύοντας ότι όλοι γύρω σου ήταν εχθροί σου».
Η Έμιλι άφησε τη φωτογραφία πάνω στο τραπέζι.
«Και τώρα κάποιος προσπαθεί να μου πει ότι ο θάνατός της συνδέεται με όλα αυτά».
Ο Ντάνιελ έγνεψε αργά.
«Δεν ξέρουμε αν ισχύει. Δεν πρόκειται να κατηγορήσω κανέναν χωρίς στοιχεία. Αλλά αυτή τη φορά θα μάθουμε τι συνέβη».
Εκείνη τη στιγμή, χτύπησε το κουδούνι.
Η Σάρα, που είχε επιστρέψει για να τους βοηθήσει να οργανώσουν τα έγγραφα, πήγε προς την πόρτα.
Όταν την άνοιξε, βρήκε έναν ηλικιωμένο άντρα με γκρίζα μαλλιά και ένα καφέ παλτό.
«Ψάχνω τον Ντάνιελ», είπε ο άντρας.
«Ποιος είστε;»
Ο επισκέπτης κοίταξε πίσω του, σαν να φοβόταν ότι κάποιος τον ακολουθούσε.
«Το όνομά μου είναι Χένρι. Εργαζόμουν στο λογιστήριο της εταιρείας όπου διαχειρίζονταν ορισμένες από τις οικονομικές υποθέσεις της συζύγου του».
Η Σάρα τον οδήγησε στο σαλόνι.
Μόλις ο Ντάνιελ τον είδε, σηκώθηκε απότομα.
«Εσείς; Δεν έχετε αλλάξει καθόλου!»
Ο Χένρι έβγαλε το καπέλο του.
«Μακάρι να μπορούσα να πω το ίδιο για όσα συνέβησαν τότε».
Ο Ντάνιελ τον κοίταξε καχύποπτα.
«Γιατί ήρθατε;»
Ο ηλικιωμένος άντρας έβγαλε από την τσάντα του έναν μικρό φάκελο.
«Επειδή κράτησα αντίγραφα ορισμένων εγγράφων. Εκείνη την εποχή φοβήθηκα να μιλήσω. Έπειτα έφυγα από την εταιρεία και προσπάθησα να ξεχάσω τα πάντα».
«Τι έγγραφα;» ρώτησε η Έμιλι.
Ο Χένρι την κοίταξε με λύπη.
«Έγγραφα που δείχνουν ότι η μητέρα σου είχε ζητήσει να προστατευτούν τα χρήματα που προορίζονταν για το μέλλον σου. Και ότι, λίγο πριν από τον θάνατό της, είχε ζητήσει να ελεγχθούν ορισμένες συναλλαγές».
Ο Ντάνιελ ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται.
«Ποιος έκανε αυτές τις συναλλαγές;»
Ο Χένρι δεν απάντησε αμέσως.
Άνοιξε τον φάκελο και έβγαλε ένα αντίγραφο με ημερομηνίες, ποσά και υπογραφές.
Η Έμιλι πλησίασε για να δει καλύτερα.
Το πρώτο όνομα ήταν του Ρόμπερτ.
Το δεύτερο ήταν του Ρίτσαρντ.
Αλλά αυτό που τους έκανε όλους να παγώσουν ήταν η ημερομηνία της τελευταίας συναλλαγής.
Ήταν η ίδια ημερομηνία με εκείνη του δυστυχήματος της μητέρας της.
«Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος προκάλεσε το δυστύχημα», είπε αμέσως ο Χένρι. «Δεν μπορώ να ισχυριστώ κάτι τέτοιο. Αλλά σημαίνει ότι πρέπει να εξεταστούν οι συναλλαγές και όσα συνέβησαν εκείνες τις ημέρες».
Ο Ντάνιελ έσφιξε το έγγραφο στα χέρια του.
«Γιατί δεν μιλήσατε τότε;»
Ο Χένρι χαμήλωσε το κεφάλι.
«Επειδή κάποιος με προειδοποίησε να μείνω μακριά από αυτή την υπόθεση. Και επειδή φοβήθηκα ότι θα έχανα τη δουλειά μου και θα κατέστρεφα την οικογένειά μου».
Η Έμιλι τον κοίταξε με δάκρυα στα μάτια.
«Και τώρα γιατί επιστρέψατε;»
Ο Χένρι την κοίταξε για πολλή ώρα.
«Επειδή είδα τη φωτογραφία της μητέρας σου να κυκλοφορεί ξανά. Κατάλαβα ότι κάποιος άρχισε να ψάχνει το παρελθόν. Και δεν θέλω να περάσουν άλλα χρόνια χωρίς να μάθετε όσα δικαιούστε να γνωρίζετε».
Ο Ντάνιελ πήρε τον φάκελο.
Για πρώτη φορά, είχε μπροστά του κάτι περισσότερο από υποψίες.
Είχε στοιχεία που μπορούσαν να εξεταστούν.
Όμως, πριν προλάβει να κάνει άλλη ερώτηση, το κινητό της Έμιλι δονήθηκε.
Ένα νέο μήνυμα εμφανίστηκε στην οθόνη.
«Σταμάτα να ψάχνεις για τη μητέρα σου. Αν ο πατέρας σου μάθει τι πραγματικά συνέβη εκείνο το βράδυ, θα χάσεις και τον τελευταίο άνθρωπο που σου έχει απομείνει».
Η Έμιλι διάβασε το μήνυμα δυνατά.
Ο Ντάνιελ σηκώθηκε αμέσως.
«Δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να σε τρομοκρατήσει ξανά».
Εκείνη τον έπιασε από το χέρι.
«Δεν φοβάμαι πια, μπαμπά. Όχι όσο είμαστε μαζί».
Ο Χένρι, όμως, είχε γίνει χλωμός.
Κοιτούσε την οθόνη σαν να αναγνώριζε κάτι που οι υπόλοιποι δεν είχαν προσέξει.
«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε η Σάρα.
Ο ηλικιωμένος άντρας έδειξε τον αριθμό του αποστολέα.
«Δεν ξέρω ποιος έστειλε αυτό το μήνυμα. Αλλά υπάρχει κάτι που δεν σας έχω πει ακόμη».
Όλοι στράφηκαν προς το μέρος του.
Ο Χένρι έβγαλε ένα τελευταίο χαρτί από τον φάκελο.
«Η μητέρα της Έμιλι δεν ήταν η μόνη που γνώριζε για τις ύποπτες συναλλαγές. Λίγες ημέρες πριν πεθάνει, είχε συναντήσει κάποιον και του είχε δώσει ένα αντίγραφο όλων των στοιχείων».
Ο Ντάνιελ έσκυψε προς το μέρος του.
«Ποιον συνάντησε;»
Ο Χένρι κοίταξε την Έμιλι και μετά τον πατέρα της.
«Έναν άνθρωπο που, μέχρι σήμερα, θεωρείτε τον πιο έμπιστο φίλο της οικογένειάς σας».
Κανείς δεν μίλησε.
Και τότε ο Χένρι πρόφερε ένα όνομα που δεν περίμεναν να ακούσουν.
Το όνομα του ανθρώπου που είχε σταθεί δίπλα στον Ντάνιελ στην κηδεία της γυναίκας του… και που είχε υποσχεθεί ότι θα προστάτευε την Έμιλι με κάθε κόστος.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 7…