ΜΕΡΟΣ 5 — Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΥΠΟΨΙΑΖΟΤΑΝ! 😱💔
Ο Ντάνιελ στεκόταν μπροστά στο τραπέζι, κοιτάζοντας τον φάκελο που είχε καταστρέψει μέσα σε λίγα λεπτά όλα όσα πίστευε για το παρελθόν του.
Η Έμιλι βρισκόταν δίπλα του. Για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια, πατέρας και κόρη ήταν ξανά μαζί. Όμως η χαρά της επανένωσης είχε επισκιαστεί από ένα ερώτημα που δεν τους άφηνε να ησυχάσουν.
Ποιος είχε οργανώσει όλα αυτά;
Ο Άλεξ πήρε την τελευταία σελίδα από τον φάκελο.
«Πρέπει να τη διαβάσουμε όλοι μαζί», είπε. «Δεν θέλω να υπάρξουν άλλες παρεξηγήσεις».
Ο Ντάνιελ έγνεψε καταφατικά.
Η Σάρα πλησίασε και στάθηκε δίπλα στην Έμιλι.
Ο Άλεξ άρχισε να διαβάζει τα ονόματα που αναφέρονταν στο έγγραφο. Στην αρχή, ο Ντάνιελ δεν έδειξε καμία αντίδραση. Όταν, όμως, άκουσε το δεύτερο όνομα, το πρόσωπό του άλλαξε.
«Όχι…» ψιθύρισε.
Η Έμιλι τον κοίταξε τρομαγμένη.
«Μπαμπά, τι συμβαίνει;»
Ο Ντάνιελ πήρε το χαρτί από τα χέρια του Άλεξ.
Εκεί, δίπλα στην αναφορά για το καταπίστευμα της γυναίκας του, υπήρχε το όνομα του Ρόμπερτ, του μεγαλύτερου αδελφού του.
Ο άνθρωπος που τον είχε στηρίξει μετά τον θάνατο της συζύγου του.
Ο άνθρωπος που είχε έρθει στο σπίτι του, τον είχε αγκαλιάσει και του είχε υποσχεθεί ότι θα φρόντιζε να μη λείψει τίποτα από την Έμιλι.
«Ο θείος Ρόμπερτ;» ρώτησε η Έμιλι. «Δεν μου έλεγες ότι ήταν εκείνος που σε βοήθησε όλα αυτά τα χρόνια;»
Ο Ντάνιελ δεν μπορούσε να απαντήσει.
Οι αναμνήσεις επέστρεφαν η μία μετά την άλλη.
Ο Ρόμπερτ ήταν εκείνος που είχε αναλάβει να τον βοηθήσει με ορισμένες οικονομικές υποθέσεις όταν ο Ντάνιελ δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά από τον πόνο.
Ήταν εκείνος που τον είχε συμβουλεύσει να μην ασχολείται με τα έγγραφα της περιουσίας της γυναίκας του.
Και ήταν εκείνος που του είχε πει ότι όλα είχαν τακτοποιηθεί.
«Πρέπει να του μιλήσω», είπε ο Ντάνιελ.
«Όχι ακόμη», τον προειδοποίησε η Σάρα. «Το έγγραφο δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα, αλλά δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι ο αδελφός σας έκανε κάτι παράνομο. Χρειαζόμαστε τα πρωτότυπα και τα οικονομικά στοιχεία».
Ο Ντάνιελ πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Τότε θα τα βρούμε».
Η Έμιλι έπιασε το χέρι του.
«Δεν θα σε αφήσω να το περάσεις μόνος σου».
Εκείνος την κοίταξε συγκινημένος.
«Αυτό ήταν το μόνο που ήθελα όλα αυτά τα χρόνια. Να ξέρω ότι είσαι καλά και ότι μπορώ να είμαι ξανά μέρος της ζωής σου».
Η Έμιλι τον αγκάλιασε σφιχτά.
Για λίγα δευτερόλεπτα, κανείς δεν μίλησε.
Ύστερα, όμως, το κινητό του Ντάνιελ χτύπησε.
Ήταν ο Ρόμπερτ.
Ο Ντάνιελ κοίταξε την οθόνη και ένιωσε έναν κόμπο στο στομάχι του.
«Μην του πεις ότι είμαστε μαζί», ψιθύρισε η Έμιλι.
Εκείνος απάντησε στην κλήση.
«Ντάνιελ! Πού είσαι;» ακούστηκε η φωνή του αδελφού του. «Προσπαθώ να σε βρω εδώ και ώρες».
«Είμαι έξω».
«Άκουσέ με προσεκτικά. Έμαθα ότι επικοινώνησες με κάποιους ανθρώπους για παλιές οικονομικές υποθέσεις. Δεν χρειάζεται να σκαλίζεις το παρελθόν».
Ο Ντάνιελ πάγωσε.
Δεν του είχε πει σε κανέναν πού βρισκόταν ούτε τι είχε ανακαλύψει.
«Γιατί σε απασχολεί τόσο πολύ;» ρώτησε.
Ο Ρόμπερτ γέλασε νευρικά.
«Επειδή είμαι ο αδελφός σου και προσπαθώ να σε προστατεύσω. Ξέρω πόσο δύσκολα πέρασες μετά τον θάνατο της γυναίκας σου».
Ο Ντάνιελ έκλεισε τα μάτια.
«Κι εγώ θυμάμαι πόσο πολύ με βοήθησες τότε».
«Ακριβώς. Γι’ αυτό σου λέω να με εμπιστευτείς».
Ο Ντάνιελ κοίταξε την Έμιλι.
«Θα τα πούμε από κοντά, Ρόμπερτ».
«Όχι!»
Η απότομη απάντηση έκανε όλους στο δωμάτιο να κοιταχτούν.
Ο Ρόμπερτ προσπάθησε αμέσως να διορθώσει τον τόνο του.
«Εννοώ… δεν υπάρχει λόγος να συναντηθούμε τώρα. Έχω πολλές υποχρεώσεις».
Ο Ντάνιελ ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά.
«Τότε δεν θα σε καθυστερήσω».
Έκλεισε το τηλέφωνο.
Η Έμιλι τον κοίταξε με αγωνία.
«Μπαμπά, πιστεύεις ότι γνωρίζει πως ανακαλύψαμε το έγγραφο;»
«Δεν ξέρω, κόρη μου. Αλλά από εδώ και πέρα δεν θα βασιστούμε σε υποθέσεις. Θα βασιστούμε σε αποδείξεις».
Την επόμενη μέρα, ο Ντάνιελ επικοινώνησε με έναν δικηγόρο και ζήτησε να εξεταστούν τα έγγραφα και οι παλιές οικονομικές συναλλαγές.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, αισθανόταν ότι πλησίαζε στην αλήθεια.
Όμως το ίδιο απόγευμα, η Έμιλι δέχτηκε ένα μήνυμα από έναν άγνωστο αριθμό.
Δεν υπήρχε όνομα αποστολέα.
Μόνο μία φωτογραφία.
Ήταν μια παλιά εικόνα της μητέρας της, τραβηγμένη λίγες εβδομάδες πριν πεθάνει.
Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας υπήρχαν γραμμένες με το χέρι μερικές λέξεις:
«Αν θέλεις να μάθεις ποιος πραγματικά κατέστρεψε την οικογένειά σου, ρώτησε τον πατέρα σου τι συνέβη την τελευταία νύχτα της ζωής της μητέρας σου».
Η Έμιλι ένιωσε το αίμα της να παγώνει.
Σήκωσε αργά τα μάτια της προς τον Ντάνιελ.
«Μπαμπά… υπάρχει κάτι που δεν μου έχεις πει για τη μαμά;»
Ο Ντάνιελ κοίταξε τη φωτογραφία.
Και για πρώτη φορά, αντί να απαντήσει αμέσως, χαμήλωσε το κεφάλι.
Η σιωπή του ήταν πιο τρομακτική από οποιαδήποτε λέξη.
Γιατί εκείνη τη νύχτα υπήρχε πράγματι ένα μυστικό που δεν είχε αποκαλύψει ποτέ σε κανέναν. Και όταν η Έμιλι θα μάθαινε την αλήθεια, ίσως να μην μπορούσε να συγχωρήσει ούτε τον ίδιο της τον πατέρα…
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 6…