ΜΕΡΟΣ 2 — Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥ ΤΟΝ ΔΙΕΛΥΣΕ! 😱💔
Ο Ντάνιελ οδηγούσε μέσα στη νύχτα με τα χέρια του σφιγμένα πάνω στο τιμόνι.
Η φωνή της άγνωστης γυναίκας αντηχούσε συνεχώς στο μυαλό του.
«Ο άνθρωπος που εμπιστεύεται περισσότερο της κρύβει ένα τρομερό μυστικό».
Ποιος θα μπορούσε να είναι; Ένας φίλος; Ένας σύντροφος; Κάποιος που είχε εκμεταλλευτεί την ευάλωτη κόρη του;
Όταν έφτασε στη διεύθυνση, αντίκρισε ένα μεγάλο, μοντέρνο σπίτι σε μια ήσυχη συνοικία. Πριν προλάβει να χτυπήσει το κουδούνι, η πόρτα άνοιξε.
Μπροστά του στεκόταν μια γυναίκα περίπου σαράντα ετών, με κουρασμένα μάτια και ένα πρόσωπο που έδειχνε πως είχε περάσει πολλές άγρυπνες νύχτες.
«Εσείς είστε ο κύριος Ντάνιελ;» ρώτησε.
«Ναι. Πού είναι η κόρη μου;»
Η γυναίκα έκανε στην άκρη.
«Ελάτε μέσα. Και σας παρακαλώ, προσπαθήστε να με ακούσετε μέχρι το τέλος πριν κάνετε οτιδήποτε».
Ο Ντάνιελ μπήκε στο σπίτι, αλλά δεν κάθισε.
«Δεν ήρθα εδώ για να πιω καφέ. Θέλω να δω την Έμιλι».
«Θα τη δείτε. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο δωμάτιό της και δεν γνωρίζει ότι σας κάλεσα».
Η γυναίκα συστήθηκε ως Σάρα. Του εξήγησε ότι γνώριζε την Έμιλι τους τελευταίους μήνες, καθώς εργάζονταν στον ίδιο χώρο.
«Η κόρη σας είναι έξυπνη και δυνατή», είπε. «Αλλά έχει εμπιστευτεί έναν άνθρωπο που δεν της λέει όλη την αλήθεια».
«Ποιος είναι αυτός;»
Η Σάρα δίστασε.
«Ένας άντρας που της υποσχέθηκε ότι θα την κάνει να ζήσει τη ζωή που πάντα ονειρευόταν. Της είπε ότι θα τη βοηθούσε να αποκτήσει χρήματα, ανεξαρτησία και μια καλύτερη δουλειά».
Ο Ντάνιελ ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται.
«Και τι έκανε; Της πήρε χρήματα; Την έμπλεξε σε κάτι παράνομο;»
«Δεν μπορώ να σας πω ότι γνωρίζω τα πάντα», απάντησε η Σάρα. «Αλλά πριν από λίγες ημέρες άκουσα μια συζήτηση που δεν έπρεπε να ακούσω».
Έβγαλε το κινητό της και του έδειξε ένα μήνυμα.
Ήταν από έναν άντρα που ονομαζόταν Άλεξ.
«Μην της πεις τίποτα ακόμη. Αν μάθει ποιος είμαι πραγματικά και τι συνέβη πριν από τρία χρόνια, όλα θα τελειώσουν».
Ο Ντάνιελ διάβασε το μήνυμα δύο φορές.
«Τρία χρόνια;» ψιθύρισε.
Ήταν ακριβώς ο χρόνος που είχε περάσει από τότε που η κόρη του έφυγε από το σπίτι.
«Ποιος είναι αυτός ο Άλεξ;» ρώτησε.
Η Σάρα τον κοίταξε σοβαρά.
«Ο άντρας με τον οποίο ζει η κόρη σας».
Ο Ντάνιελ ένιωσε σαν να είχε χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια του.
Η Έμιλι είχε έναν σύντροφο. Ζούσε μαζί του. Και δεν του είχε πει τίποτα.
«Γιατί δεν μου τηλεφώνησε ποτέ;» ρώτησε με σπασμένη φωνή. «Είμαι ο πατέρας της! Ό,τι κι αν είχε συμβεί, θα τη βοηθούσα».
Η Σάρα χαμήλωσε τα μάτια.
«Αυτό ακριβώς φοβάμαι. Ότι κάποιος την έπεισε πως δεν μπορούσε πια να επιστρέψει σε εσάς».
Πριν προλάβει να συνεχίσει, ακούστηκαν βήματα από τον επάνω όροφο.
Ο Ντάνιελ γύρισε απότομα.
Στη σκάλα εμφανίστηκε μια νεαρή γυναίκα με μακριά μαλλιά και μαύρα ρούχα.
Ήταν η Έμιλι.
Για λίγα δευτερόλεπτα, κανείς δεν μίλησε.
Ο Ντάνιελ την κοιτούσε σαν να προσπαθούσε να βεβαιωθεί ότι δεν ονειρευόταν.
«Μπαμπά;»
Η φωνή της έτρεμε.
«Έμιλι…»
Εκείνη κατέβηκε αργά τα σκαλιά. Όταν έφτασε κοντά του, σταμάτησε.
«Τι κάνεις εδώ;»
Ο Ντάνιελ δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά του.
«Τρία χρόνια, κόρη μου. Τρία χρόνια περιμένω ένα τηλεφώνημά σου. Τρία χρόνια αναρωτιέμαι αν είσαι καλά».
Η Έμιλι δάγκωσε τα χείλη της.
«Δεν καταλαβαίνεις, μπαμπά».
«Τότε εξήγησέ μου. Είμαι εδώ για να σε ακούσω».
Για μια στιγμή, φάνηκε πως θα έπεφτε στην αγκαλιά του.
Αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε το κλειδί στην εξώπορτα.
Η Έμιλι πάγωσε.
Η Σάρα έκλεισε τα μάτια.
Και ο Ντάνιελ κατάλαβε ότι αυτός που επέστρεφε ήταν ο άνθρωπος για τον οποίο είχαν μιλήσει.
Η πόρτα άνοιξε και ένας ψηλός άντρας μπήκε στο σπίτι.
Μόλις είδε τον Ντάνιελ, το χαμόγελό του εξαφανίστηκε.
«Εσύ;» είπε ψυχρά.
Ο Ντάνιελ τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει.
«Με ξέρεις;»
Ο άντρας άφησε τα κλειδιά πάνω στο τραπέζι.
«Πολύ καλύτερα απ’ όσο νομίζεις».
Η Έμιλι άρχισε να τρέμει.
«Άλεξ, σε παρακαλώ… όχι τώρα».
Εκείνος δεν της έδωσε σημασία. Κοίταξε κατευθείαν τον Ντάνιελ και είπε μια φράση που έκανε το αίμα του να παγώσει.
«Πριν από τρία χρόνια, η κόρη σου δεν έφυγε από το σπίτι σου επειδή ήθελε να γίνει ανεξάρτητη. Έφυγε επειδή κάποιος της είπε ένα ψέμα για εσένα… κι εγώ ξέρω ποιος το έκανε».
Ο Ντάνιελ έμεινε ακίνητος.
Η Έμιλι ξέσπασε σε κλάματα.
Και τότε ο Άλεξ έβγαλε από την τσέπη του έναν παλιό, τσαλακωμένο φάκελο.
«Ήρθε η ώρα να μάθεις τι πραγματικά συνέβη εκείνη τη νύχτα».
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…