ΜΕΡΟΣ 1: ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΚΤΗΜΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΠΟΥΛΗΣΕΙ… ΑΛΛΑ ΒΡΗΚΕ ΖΩΝΤΑΝΗ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΘΡΗΝΟΥΣΕ ΕΠΙ 19 ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΝΕΑΡΟ ΜΕ ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΑΤΙΑ ΜΕ ΕΚΕΙΝΟΝ!

 

ΜΕΡΟΣ 3 — «Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΕΣ ΟΤΙ ΗΤΑΝ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΣΟΥ… ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΚΙΝΟΥΣΕ ΤΑ ΝΗΜΑΤΑ!» Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΠΟΥ ΔΙΕΛΥΣΕ ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ!

Ο Γκαμπριέλ έμεινε ακίνητος.

Η φράση της μητέρας του αντηχούσε στο μυαλό του.

«Υπάρχει κάτι που δεν σου είπα ποτέ για τη νύχτα που γεννήθηκε ο Αντριάν».

Για δεκαεννέα χρόνια είχε πιστέψει ότι η ιστορία της ζωής του ήταν απλή, όσο τραγική κι αν ήταν: είχε αγαπήσει μια γυναίκα, την είχε χάσει σε μια καταστροφική πλημμύρα και, επειδή δεν μπορούσε να αλλάξει το παρελθόν, είχε μάθει να ζει χωρίς εκείνη.

Τώρα, όμως, κάθε κομμάτι αυτής της ιστορίας κατέρρεε.

Η Ισαβέλα ζούσε.

Ο γιος του ίσως είχε μεγαλώσει χωρίς να γνωρίζει την ταυτότητα του πραγματικού του πατέρα.

Και η μητέρα του, η γυναίκα που του είχε σταθεί μετά την υποτιθέμενη τραγωδία, είχε κρύψει κάτι τόσο μεγάλο, ώστε ακόμη και τώρα φοβόταν να το ξεστομίσει.

—Μίλα, μητέρα, είπε ο Γκαμπριέλ. Θέλω να μάθω τα πάντα.

Η Μερσέντες κάθισε αργά στον καναπέ. Τα χέρια της έτρεμαν και το βλέμμα της είχε χαθεί κάπου στο πάτωμα.

—Τη νύχτα της πλημμύρας, η Ισαβέλα δεν ήταν μόνη, άρχισε. Είχε φύγει από το κτήμα για να φτάσει στο χωριό και να ζητήσει βοήθεια. Ήταν έγκυος και οι πόνοι είχαν αρχίσει. Η καταιγίδα ήταν τρομερή. Οι δρόμοι είχαν πλημμυρίσει και κανείς δεν μπορούσε να κινηθεί με ασφάλεια.

Ο Γκαμπριέλ έσφιξε τα δόντια.

—Αυτό το ξέρω. Συνέχισε.

—Ο πατέρας σου είχε στείλει τον Ραμόν να την αναζητήσει. Όμως, πριν φτάσει εκείνος, ένας άλλος άνθρωπος την είχε ήδη βρει.

—Ποιος;

Η Μερσέντες έκλεισε τα μάτια.

—Ο αδελφός του πατέρα σου. Ο Εδουάρδο.

Ο Γκαμπριέλ συνοφρυώθηκε.

Ο θείος του είχε φύγει από την οικογένεια πολλά χρόνια πριν. Ο πατέρας του σπάνια μιλούσε γι’ αυτόν και, όταν το έκανε, η φωνή του γινόταν σκληρή. Ο Γκαμπριέλ θυμόταν μόνο ότι οι δύο άντρες είχαν διαφωνήσει για την περιουσία και ότι ο Εδουάρδο είχε εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή.

—Τι σχέση είχε ο θείος μου με την Ισαβέλα;

Η Μερσέντες τον κοίταξε με μάτια γεμάτα φόβο.

—Ήθελε να πάρει τον έλεγχο της οικογενειακής περιουσίας. Πίστευε ότι ο πατέρας σου θα σου άφηνε τα πάντα και ότι ο γάμος σου με την Ισαβέλα θα έκανε την κατάσταση ακόμη πιο δύσκολη γι’ αυτόν.

—Και;

—Εκείνη τη νύχτα, όταν βρήκε την Ισαβέλα, κατάλαβε ότι το παιδί που θα γεννιόταν θα ήταν ο διάδοχός σου. Αν εσύ αποκτούσες γιο, ο Εδουάρδο θα έχανε κάθε ελπίδα να αποκτήσει τον έλεγχο του κτήματος.

Ο Γκαμπριέλ ένιωσε το αίμα του να παγώνει.

—Θέλεις να μου πεις ότι ο θείος μου προσπάθησε να βλάψει την έγκυο γυναίκα μου;

—Δεν ξέρω αν ήθελε να τη σκοτώσει, απάντησε η Μερσέντες με σπασμένη φωνή. Ξέρω μόνο ότι, όταν την εντόπισε ο Ραμόν, εκείνη ήταν ήδη τραυματισμένη και το νερό την είχε παρασύρει για αρκετά μέτρα. Ο Ραμόν τη μετέφερε σε ένα μικρό σπίτι έξω από το χωριό. Εκεί γεννήθηκε ο Αντριάν.

Ο Γκαμπριέλ δεν μίλησε.

Η εικόνα του νεογέννητου γιου του, μόνο λίγες ώρες μετά τη γέννησή του, μέσα σε ένα φτωχικό σπίτι ενώ εκείνος βρισκόταν μακριά, τον έκανε να νιώθει ότι δεν μπορούσε να αναπνεύσει.

—Και γιατί δεν μου είπατε τίποτα; ρώτησε τελικά. Γιατί δεν μου είπες ότι ήταν ζωντανοί;

Η Μερσέντες έφερε τα χέρια στο πρόσωπό της.

—Επειδή ο Εδουάρδο είχε ανθρώπους παντού. Μου είπε ότι, αν επέτρεπα στην Ισαβέλα να επιστρέψει, θα φρόντιζε να εξαφανιστούν και οι δύο. Είχε ήδη δωροδοκήσει έναν υπάλληλο για να καταγραφεί η Ισαβέλα ως νεκρή. Μου έδειξε έγγραφα, μου είπε ότι μπορούσε να καταστρέψει τον γιο μου και να πάρει όσα ανήκαν στην οικογένειά μας.

—Και τον πίστεψες;

Η ερώτηση ακούστηκε πιο σκληρή από όσο είχε σκοπό ο Γκαμπριέλ.

Η μητέρα του σήκωσε το βλέμμα.

—Φοβήθηκα. Ο πατέρας σου ήταν άρρωστος. Εσύ ήσουν μακριά και δεν είχες καμία ιδέα για το τι συνέβαινε. Πίστεψα ότι, αν κρατούσα την Ισαβέλα μακριά από εσένα, θα προστάτευα τουλάχιστον τη ζωή σας.

—Προστατεύοντας τη ζωή μας, μας έκλεψες τη ζωή που θα μπορούσαμε να έχουμε!

Η φωνή του έσπασε.

—Με άφησες να θρηνώ τη γυναίκα μου! Με άφησες να πιστεύω ότι το παιδί μου είχε πεθάνει πριν καν γεννηθεί! Και ο Αντριάν μεγάλωσε πιστεύοντας ότι ο πατέρας του τον είχε απορρίψει!

Η Μερσέντες άρχισε να κλαίει πιο δυνατά.

—Δεν ήξερα ότι ο Εδουάρδο θα έφτανε τόσο μακριά.

—Αλλά ήξερες ότι η Ισαβέλα ζούσε.

Δεν απάντησε.

Και αυτή η σιωπή ήταν χειρότερη από οποιαδήποτε ομολογία.


Εκείνη τη στιγμή, το τηλέφωνο του Γκαμπριέλ δονήθηκε.

Ήταν μήνυμα από τον Αντριάν.

«Πρέπει να γυρίσεις αμέσως. Η μητέρα μου βρήκε κάτι στο δωμάτιό της. Νομίζω ότι αφορά τον παππού μου».

Ο Γκαμπριέλ έδειξε το μήνυμα στη Μερσέντες.

Εκείνη χλώμιασε.

—Τι συμβαίνει; τη ρώτησε.

—Ο Αντριάν δεν πρέπει να δει αυτό το έγγραφο.

Ο Γκαμπριέλ σηκώθηκε απότομα.

—Τι έγγραφο;

Η Μερσέντες δεν απάντησε. Έτρεξε προς ένα μικρό γραφείο στην άκρη του σαλονιού, άνοιξε ένα συρτάρι και έβγαλε ένα κλειδί.

—Υπάρχει κάτι ακόμη που δεν σου είπα, ψιθύρισε. Κάτι που ο πατέρας σου ανακάλυψε λίγο πριν πεθάνει.

Ο Γκαμπριέλ την ακολούθησε.

Πίσω από μια σειρά βιβλίων υπήρχε ένα μικρό μεταλλικό κουτί. Η Μερσέντες το άνοιξε με το κλειδί και έβγαλε έναν φάκελο δεμένο με μαύρη κορδέλα.

Μέσα υπήρχε ένα συμβόλαιο, μια παλιά επιστολή και μια φωτογραφία ενός άντρα που στεκόταν δίπλα στον πατέρα του Γκαμπριέλ.

Ο άντρας ήταν ο Εδουάρδο.

Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας υπήρχε μια ημερομηνία: τρεις ημέρες πριν από την πλημμύρα.

—Ο πατέρας σου ανακάλυψε ότι ο Εδουάρδο είχε μεταφέρει παράνομα χρήματα από την οικογενειακή επιχείρηση, είπε η Μερσέντες. Ήθελε να τον καταγγείλει. Ο Εδουάρδο έμαθε ότι ο αδελφός του είχε τα αποδεικτικά στοιχεία και άρχισε να τον απειλεί.

—Και η Ισαβέλα βρέθηκε στη μέση όλων αυτών;

—Ναι. Ο Εδουάρδο πίστευε ότι, αν εσύ έχανες την οικογένειά σου, θα ήσουν πολύ αδύναμος για να διεκδικήσεις όσα σου ανήκαν. Αν δεν υπήρχε διάδοχος, θα μπορούσε να αμφισβητήσει τη διαθήκη.

Ο Γκαμπριέλ πήρε την επιστολή και την άνοιξε.

Ήταν γραμμένη από τον πατέρα του.

«Μερσέντες, αν μου συμβεί κάτι, πρέπει να γνωρίζεις ότι ο Εδουάρδο δεν ενεργεί μόνος. Κάποιος μέσα στο σπίτι τον βοηθά. Έχει πρόσβαση στα έγγραφά μας, γνωρίζει τις κινήσεις μας και μπορεί να πλαστογραφήσει τις υπογραφές μας. Μην εμπιστευτείς κανέναν μέχρι να βρεις ποιος είναι».

Ο Γκαμπριέλ διάβασε την τελευταία πρόταση δύο φορές.

—Ποιος ήταν μέσα στο σπίτι; ρώτησε.

Η Μερσέντες δεν μίλησε.

—Μητέρα! Ποιος βοηθούσε τον θείο μου;

Εκείνη κοίταξε προς την πόρτα, σαν να φοβόταν ότι κάποιος τους παρακολουθούσε.

—Δεν είμαι βέβαιη, είπε τελικά. Αλλά ο πατέρας σου είχε αρχίσει να υποψιάζεται τον άνθρωπο που διαχειριζόταν τα οικονομικά της οικογένειας. Τον άνθρωπο που είχε πρόσβαση σε όλα τα συμβόλαια, στις υπογραφές και στα προσωπικά σας έγγραφα.

Ο Γκαμπριέλ ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά το σώμα του.

Ήταν ο ίδιος άνθρωπος που είχε αναλάβει τις νομικές υποθέσεις της οικογένειας μετά τον θάνατο του πατέρα του.

Ο ίδιος άνθρωπος που είχε φροντίσει να θεωρηθεί η Ισαβέλα νεκρή.

Και ο ίδιος άνθρωπος που, μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα, είχε ετοιμάσει την πώληση του παλιού κτήματος.

Ο δικηγόρος του.

Ο Ροδρίγο Βαλντές.


Ο Γκαμπριέλ έφυγε από το σπίτι της μητέρας του χωρίς να πει άλλη λέξη.

Οδηγούσε τόσο γρήγορα που μόλις αντιλαμβανόταν τον δρόμο μπροστά του. Στο μυαλό του σχηματιζόταν ένα τρομακτικό παζλ: η πλαστή επιστολή προς την Ισαβέλα, η αναφορά θανάτου, τα χρήματα που είχαν εξαφανιστεί, η διαθήκη του πατέρα του και η επιμονή του Ροδρίγο να πουλήσει το κτήμα.

Όλα ίσως συνδέονταν.

Όταν έφτασε στο κτήμα, βρήκε την Ισαβέλα να στέκεται στην είσοδο του σπιτιού. Ο Αντριάν κρατούσε έναν παλιό δερμάτινο φάκελο.

—Τον βρήκα κάτω από μια σανίδα στο δωμάτιο όπου κοιμόταν η μητέρα μου μετά την πλημμύρα, είπε ο νεαρός. Δεν ξέρω ποιος τον έκρυψε εκεί.

Ο Γκαμπριέλ άνοιξε τον φάκελο.

Μέσα υπήρχε μια επιστολή με το όνομα της Ισαβέλας και μια δεύτερη, απευθυνόμενη στον ίδιο.

Η δική του επιστολή ήταν σφραγισμένη.

Πάνω της, με τη γραφή του πατέρα του, υπήρχαν οι λέξεις:

«Να παραδοθεί στον Γκαμπριέλ μόνο αν μάθει ότι η Ισαβέλα επέζησε».

Ο Γκαμπριέλ έσπασε τη σφραγίδα.

Η επιστολή είχε μόνο λίγες γραμμές.

«Γιε μου, αν διαβάζεις αυτό το γράμμα, σημαίνει ότι κάποιος κατάφερε να κρατήσει κρυφή την αλήθεια για περισσότερα χρόνια από όσα θα μπορούσα να φανταστώ. Μην κατηγορήσεις μόνο τον Εδουάρδο. Εκείνος δεν θα μπορούσε να πετύχει τίποτα χωρίς τη βοήθεια του ανθρώπου που εμπιστευόσουν περισσότερο. Πριν αποφασίσεις ποιον θα τιμωρήσεις, μάθε ποιος έγραψε την επιστολή που χώρισε εσένα και την Ισαβέλα».

Ο Γκαμπριέλ ένιωσε τα χέρια του να παγώνουν.

—Δεν μπορεί, ψιθύρισε.

Η Ισαβέλα πλησίασε.

—Τι γράφει;

Ο Γκαμπριέλ δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε ξανά την επιστολή, έπειτα την υπογραφή στο παλιό γράμμα που τον είχε χωρίσει από τη γυναίκα του.

Κάτι δεν ταίριαζε.

Η υπογραφή έμοιαζε με τη δική του, αλλά υπήρχε μια μικρή διαφορά στο τελευταίο γράμμα. Μια διαφορά που μόνο κάποιος που τον γνώριζε καλά θα μπορούσε να μιμηθεί — ή να προσέξει.

Τότε θυμήθηκε μια λεπτομέρεια.

Πριν από δεκαεννέα χρόνια, ο Ροδρίγο είχε ζητήσει να κρατήσει για λίγες ημέρες μερικά προσωπικά του έγγραφα, δήθεν για να τακτοποιήσει μια υπόθεση της οικογένειας.

Ο Γκαμπριέλ είχε εμπιστευτεί τον δικηγόρο του σαν αδελφό.

Και τώρα συνειδητοποιούσε ότι εκείνος ίσως είχε χρησιμοποιήσει αυτή την εμπιστοσύνη για να καταστρέψει τη ζωή του.

Ξαφνικά, ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος έξω από το σπίτι.

Ένα αυτοκίνητο είχε σταματήσει στην αυλή.

Ο Γκαμπριέλ κοίταξε από το παράθυρο.

Ο Ροδρίγο Βαλντές κατέβαινε από το αυτοκίνητο, κρατώντας έναν χαρτοφύλακα. Δεν είχε έρθει μόνος. Μαζί του υπήρχαν δύο άντρες που ο Γκαμπριέλ δεν είχε ξαναδεί.

Ο δικηγόρος μπήκε στο σπίτι χωρίς να χτυπήσει.

—Γκαμπριέλ, είπε με ένα ψυχρό χαμόγελο. Ελπίζω να μην έχεις κάνει το λάθος να πιστέψεις όλα όσα σου είπε αυτή η γυναίκα.

Ο Γκαμπριέλ στάθηκε μπροστά στην Ισαβέλα και στον Αντριάν.

—Γιατί ήρθες;

Ο Ροδρίγο κοίταξε τον φάκελο στα χέρια του.

Το χαμόγελό του εξαφανίστηκε.

—Δώσε μου αυτό που κρατάς.

—Όχι πριν μου πεις ποιος πλαστογράφησε την επιστολή που μου κόστισε δεκαεννέα χρόνια από τη ζωή μου.

Για πρώτη φορά, ο Ροδρίγο δεν προσπάθησε να κρυφτεί πίσω από ευγενικές λέξεις.

—Δεν ξέρεις με ποιους τα βάζεις, Γκαμπριέλ.

—Τότε εξήγησέ μου.

Ο δικηγόρος έκανε ένα βήμα μπροστά.

—Αν ανοίξεις αυτόν τον φάκελο και αποκαλύψεις όσα περιέχει, δεν θα χάσεις μόνο την περιουσία σου. Θα μάθεις ότι ολόκληρη η οικογένειά σου χτίστηκε πάνω σε ένα ψέμα.

Ο Αντριάν έσφιξε τις γροθιές του.

—Και τι θα γίνει αν δεν τον ανοίξουμε; Θα συνεχίσετε να λέτε ψέματα για άλλα δεκαεννέα χρόνια;

Ο Ροδρίγο γύρισε προς το μέρος του νεαρού.

Και τότε έκανε ένα λάθος.

Ένα λάθος που αποκάλυψε ότι γνώριζε πολύ περισσότερα για τη γέννηση του Αντριάν απ’ όσα θα έπρεπε.

—Δεν έχεις ιδέα ποιος πραγματικά είσαι, αγόρι μου, είπε.

Η Ισαβέλα άσπρισε.

Ο Γκαμπριέλ κοίταξε τον δικηγόρο με οργή.

—Τι εννοείς;

Ο Ροδρίγο δεν απάντησε. Έκανε νόημα στους δύο άντρες που τον συνόδευαν και εκείνοι πλησίασαν.

Τότε, από τον επάνω όροφο, ακούστηκε μια γυναικεία φωνή.

—Φτάνει, Ροδρίγο! Αρκετά χρόνια κρατούσες αυτή την οικογένεια όμηρο!

Όλοι γύρισαν προς τη σκάλα.

Η Μερσέντες στεκόταν εκεί, κρατώντας ένα παλιό έγγραφο.

Και πριν προλάβει κανείς να μιλήσει, είπε την πρόταση που έκανε τον Γκαμπριέλ να νιώσει πως το έδαφος χανόταν κάτω από τα πόδια του:

—Ο Αντριάν δεν ήταν ποτέ το μυστικό που προσπαθούσαμε να κρύψουμε. Το πραγματικό μυστικό είναι αυτό που συνέβη στον πατέρα σου… τη νύχτα που πέθανε.

Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 4…

Leave a Comment