ΜΕΡΟΣ 1: ΕΠΕΣΤΡΕΨΕ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΚΤΗΜΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΠΟΥΛΗΣΕΙ… ΑΛΛΑ ΒΡΗΚΕ ΖΩΝΤΑΝΗ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΘΡΗΝΟΥΣΕ ΕΠΙ 19 ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΝΕΑΡΟ ΜΕ ΤΑ ΙΔΙΑ ΜΑΤΙΑ ΜΕ ΕΚΕΙΝΟΝ!

ΜΕΡΟΣ 2 — Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΤΟΥ ΕΙΧΕ ΠΕΙ ΟΤΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΠΕΘΑΝΕ… ΑΛΛΑ ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΙΧΕ ΦΡΟΝΤΙΣΕΙ ΝΑ ΕΞΑΦΑΝΙΣΕΙ ΚΑΘΕ ΙΧΝΟΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ!

Ο Γκαμπριέλ κρατούσε το παλιό γράμμα με τα δύο χέρια.

Το διάβασε ξανά.

Και ξανά.

Κάθε λέξη έμοιαζε με μαχαίρι που βυθιζόταν λίγο πιο βαθιά στην καρδιά του.

«Δεν θέλω να μεγαλώσω ένα παιδί που θα φέρει το όνομά μου. Βρήκα μια άλλη ζωή. Μην προσπαθήσεις να με ξαναβρείς».

Στο τέλος υπήρχε μια υπογραφή που έμοιαζε με τη δική του. Ακόμη και ο τρόπος που σχηματίζονταν τα γράμματα ήταν σχεδόν ίδιος.

Όμως ο Γκαμπριέλ ήξερε κάτι που κανείς άλλος δεν μπορούσε να γνωρίζει.

Δεν είχε γράψει ποτέ αυτές τις λέξεις.

—Ποιος σου έδωσε αυτό το γράμμα; ρώτησε, με φωνή που έτρεμε.

Η Ισαβέλα στεκόταν απέναντί του, με τα χέρια σφιγμένα μπροστά στο σώμα της.

—Το βρήκα μέσα σε έναν φάκελο που μου έφεραν λίγες εβδομάδες μετά την πλημμύρα. Ένας άντρας ήρθε στο μικρό σπίτι όπου έμενα τότε. Είπε ότι τον έστειλες εσύ. Μου παρέδωσε το γράμμα και έναν φάκελο με χρήματα.

—Ποιος ήταν αυτός ο άντρας;

—Δεν μου είπε το όνομά του. Φορούσε ένα σκούρο παλτό και απέφευγε να με κοιτάξει στα μάτια. Μου είπε μόνο ότι έπρεπε να σεβαστώ την απόφασή σου.

Ο Γκαμπριέλ ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται.

—Και τον πίστεψες;

Η Ισαβέλα τον κοίταξε με δάκρυα στα μάτια.

—Ήμουν μόνη μου, Γκαμπριέλ. Είχα μόλις γεννήσει. Το σπίτι μας είχε καταστραφεί από το νερό. Δεν ήξερα πού να πάω ούτε πώς να προστατεύσω το παιδί μου. Κι όταν διάβασα το γράμμα σου… ένιωσα ότι ολόκληρος ο κόσμος είχε γκρεμιστεί πάνω μου.

Σταμάτησε για λίγο, προσπαθώντας να συγκρατήσει τη φωνή της.

—Δεν ήθελα να σε πιστέψω. Για μήνες περίμενα να εμφανιστείς. Κάθε φορά που άκουγα βήματα έξω από την πόρτα, έτρεχα στο παράθυρο. Κάθε φορά που χτυπούσε κάποιος, νόμιζα ότι ήσουν εσύ.

Ο Γκαμπριέλ έκλεισε τα μάτια.

Θυμήθηκε εκείνες τις ημέρες, δεκαεννέα χρόνια νωρίτερα. Τότε που η μητέρα του, η Μερσέντες Μόντες, του είχε ανακοινώσει ότι η Ισαβέλα εξαφανίστηκε μέσα στην καταστροφική πλημμύρα. Θυμήθηκε τα δάκρυά του, τις άκαρπες έρευνες, τις νύχτες που έμενε ξάγρυπνος περιμένοντας κάποιο νέο.

Και θυμήθηκε τη φράση που του επαναλάμβανε η μητέρα του:

«Πρέπει να συνεχίσεις, γιε μου. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο που μπορούμε να κάνουμε».

Τώρα, για πρώτη φορά, αυτή η φράση τού φαινόταν τρομακτική.

—Η μητέρα μου ήξερε κάτι, ψιθύρισε.

Η Ισαβέλα χαμήλωσε το βλέμμα.

—Δεν ξέρω τι ήξερε. Αλλά λίγες ημέρες μετά την πλημμύρα, ήρθε εδώ ένας άνθρωπος από το κτήμα. Μου είπε ότι η οικογένειά σου δεν ήθελε να επιστρέψω.

—Ποιος άνθρωπος;

—Ο παλιός επιστάτης. Ο κύριος Ραμόν.

Ο Γκαμπριέλ ανασηκώθηκε απότομα.

Ο Ραμόν είχε εργαστεί για την οικογένεια Μόντες για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Ήταν ένας από τους λίγους ανθρώπους που γνώριζαν κάθε γωνιά του κτήματος, κάθε οικογενειακό μυστικό και κάθε διαδρομή που οδηγούσε μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα.

—Ο Ραμόν πέθανε πριν από οκτώ χρόνια, είπε ο Γκαμπριέλ.

—Το ξέρω. Πριν πεθάνει, όμως, μου έστειλε κάτι.

Η Ισαβέλα γύρισε προς το παλιό ξύλινο ντουλάπι. Άνοιξε ένα συρτάρι και έβγαλε ένα μικρό, φθαρμένο κουτί. Μέσα υπήρχαν μερικές φωτογραφίες, ένα παιδικό βραχιόλι και ένα διπλωμένο χαρτί.

Το παρέδωσε στον Γκαμπριέλ.

—Μου είπε να μην το ανοίξω παρά μόνο όταν ο γιος μου θα ήταν αρκετά μεγάλος ώστε να μάθει την αλήθεια. Δεν ήξερα τι εννοούσε. Φοβόμουν ότι θα έβαζα το παιδί μου σε κίνδυνο.

Ο Γκαμπριέλ ξεδίπλωσε το χαρτί.

Η γραφή ήταν ασταθής, σαν να είχε γραφτεί από κάποιον που γνώριζε ότι δεν του απέμενε πολύς χρόνος.

«Ισαβέλα, αν διαβάζεις αυτό το σημείωμα, σημαίνει ότι δεν κατάφερα να διορθώσω το λάθος μου όσο ήμουν ζωντανός. Το παιδί σου δεν έπρεπε ποτέ να θεωρηθεί νεκρό. Η μητέρα του Γκαμπριέλ έδωσε εντολή να εξαφανιστούν όλα τα ίχνη της διάσωσής σας. Δεν γνωρίζω αν ο ίδιος ο Γκαμπριέλ έμαθε ποτέ τι συνέβη. Όμως υπάρχει ένα δεύτερο γράμμα, κρυμμένο εκεί όπου ο πατέρας του φύλαγε τα σημαντικότερα έγγραφά του».

Ο Γκαμπριέλ ένιωσε το αίμα να φεύγει από το πρόσωπό του.

—Ο πατέρας μου… ψιθύρισε.

Ο πατέρας του είχε πεθάνει όταν ο Γκαμπριέλ ήταν μόλις είκοσι τεσσάρων ετών. Ήταν ένας άνθρωπος αυστηρός, αλλά δίκαιος. Είχε φυλάξει έγγραφα, συμβόλαια και οικογενειακές επιστολές σε ένα μικρό χρηματοκιβώτιο στο παλιό γραφείο του κτήματος.

Το χρηματοκιβώτιο υπήρχε ακόμη.

Και ο Γκαμπριέλ γνώριζε τον συνδυασμό.

—Πρέπει να πάω εκεί, είπε.

Η Ισαβέλα τον άρπαξε από το χέρι.

—Περίμενε. Αν η μητέρα σου έκανε όσα γράφει αυτό το σημείωμα, ίσως δεν σταμάτησε ποτέ να προστατεύει το μυστικό της.

Ο Γκαμπριέλ κοίταξε τον γιο του.

Ο Αντριάν στεκόταν στην πόρτα, αμίλητος. Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε ακούσει αρκετά για να καταλάβει ότι όλη του η ζωή στηριζόταν πάνω σε μια ιστορία που κάποιος άλλος είχε επινοήσει.

—Είμαι δεκαεννέα χρονών, είπε τελικά. Όλη μου τη ζωή άκουγα ότι ο πατέρας μου μάς εγκατέλειψε. Τώρα εμφανίζεται ένας άντρας και λέει ότι ίσως είναι ο πατέρας μου. Δεν θέλω άλλες μισές αλήθειες.

Ο Γκαμπριέλ τον κοίταξε και ένιωσε κάτι να ραγίζει μέσα του.

Δεν του ζητούσε να τον αγαπήσει. Δεν του ζητούσε να τον αποκαλέσει πατέρα.

Του ζητούσε μόνο να μην του πει ψέματα.

—Έχεις δίκιο, Αντριάν, απάντησε. Και σου υπόσχομαι ότι αυτή τη φορά κανείς δεν θα αποφασίσει για εμάς τι δικαιούμαστε να γνωρίζουμε.


Λίγο αργότερα, οι τρεις τους μπήκαν στο παλιό γραφείο.

Ο αέρας μύριζε σκόνη και κλεισμένο ξύλο. Στους τοίχους κρέμονταν ακόμη τα πορτρέτα των προγόνων της οικογένειας. Ο Γκαμπριέλ πλησίασε το γραφείο του πατέρα του, τράβηξε μια βαριά καρέκλα και γονάτισε μπροστά στο χρηματοκιβώτιο.

Τα δάχτυλά του έτρεμαν καθώς πληκτρολογούσε τον συνδυασμό.

Ένα μεταλλικό κλικ ακούστηκε μέσα στη σιωπή.

Η πόρτα άνοιξε.

Μέσα υπήρχαν συμβόλαια, παλιοί τίτλοι ιδιοκτησίας και φάκελοι δεμένοι με κορδέλες. Ο Γκαμπριέλ άρχισε να ψάχνει βιαστικά, μέχρι που βρήκε έναν φάκελο με το όνομα του πατέρα του γραμμένο στο εξώφυλλο.

Από μέσα έπεσε μια φωτογραφία.

Ήταν τραβηγμένη λίγες ημέρες μετά την πλημμύρα.

Στη φωτογραφία, η Ισαβέλα κρατούσε στην αγκαλιά της ένα νεογέννητο μωρό. Δίπλα της στεκόταν ο Ραμόν, ενώ στο βάθος φαινόταν ένα αυτοκίνητο που ο Γκαμπριέλ αναγνώρισε αμέσως.

Ήταν το αυτοκίνητο της μητέρας του.

Στην πίσω πλευρά της φωτογραφίας υπήρχε μια ημερομηνία και μια σύντομη φράση:

«Η Ισαβέλα και το παιδί είναι ζωντανοί. Η κυρία Μερσέντες έφτασε πριν από εμάς».

Ο Γκαμπριέλ ένιωσε τα γόνατά του να λυγίζουν.

Η μητέρα του δεν είχε απλώς ακούσει μια φήμη.

Είχε βρεθεί εκεί. Είχε δει την Ισαβέλα ζωντανή. Είχε δει το παιδί.

Κι όμως, του είχε πει ότι και οι δύο είχαν χαθεί.

Άνοιξε τον φάκελο και βρήκε ένα δεύτερο γράμμα, γραμμένο από τον πατέρα του λίγους μήνες πριν από τον θάνατό του.

«Γκαμπριέλ, αν κάποτε ανακαλύψεις ότι η Ισαβέλα επέζησε, μην πιστέψεις την πρώτη εξήγηση που θα σου δώσουν. Η μητέρα σου θεωρεί ότι η οικογένεια πρέπει να προστατευτεί με κάθε κόστος. Όμως το κόστος αυτής της προστασίας μπορεί να είναι η ίδια η αλήθεια. Υπάρχει κάτι που δεν γνωρίζεις για τη νύχτα της πλημμύρας, κάτι που θα μπορούσε να καταστρέψει όλα όσα πιστεύεις για την οικογένειά μας».

Το γράμμα σταματούσε εκεί.

Δεν υπήρχε υπογραφή.

Δεν υπήρχε συνέχεια.

Μόνο ένα ακόμη στοιχείο, γραμμένο με διαφορετικό μελάνι στο κάτω μέρος της σελίδας:

«Ρώτησε τη μητέρα σου ποιος υπέγραψε την αναφορά θανάτου».

Ο Αντριάν πλησίασε και κοίταξε τη φωτογραφία.

—Αυτό σημαίνει ότι η γιαγιά μου ήξερε πως ήμουν ζωντανός;

Ο Γκαμπριέλ δεν μπόρεσε να απαντήσει αμέσως.

Η Ισαβέλα έσφιξε το χέρι του γιου της.

—Δεν ξέρω αν ήξερε για σένα από την πρώτη στιγμή, αγόρι μου. Ξέρω μόνο ότι κάποιος μας πήρε δεκαεννέα χρόνια από τη ζωή μας.

Ο Γκαμπριέλ σηκώθηκε.

Η θλίψη που τον συνόδευε επί δεκαεννέα χρόνια είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε οργή. Όχι μόνο επειδή είχε χάσει τη γυναίκα του, ούτε επειδή είχε μεγαλώσει μακριά από τον γιο του.

Αλλά επειδή κάποιος είχε χρησιμοποιήσει την αγάπη του για να τον κρατήσει μακριά από την αλήθεια.

Πήρε τα γράμματα και τη φωτογραφία.

—Θα πάω στη μητέρα μου, είπε. Και αυτή τη φορά δεν θα φύγω χωρίς απαντήσεις.


Το αρχοντικό της Μερσέντες βρισκόταν στην άλλη πλευρά της πόλης.

Όταν ο Γκαμπριέλ έφτασε, η μητέρα του καθόταν στο σαλόνι, πίνοντας τσάι δίπλα στο παράθυρο. Παρά τα χρόνια της, παρέμενε επιβλητική. Τα μαλλιά της ήταν λευκά, η πλάτη της ίσια και το βλέμμα της ψυχρό.

—Γκαμπριέλ; Τι κάνεις εδώ τέτοια ώρα;

Εκείνος δεν την αγκάλιασε. Δεν τη φίλησε στο μάγουλο, όπως έκανε πάντα.

Άφησε τη φωτογραφία πάνω στο τραπέζι.

Η Μερσέντες την κοίταξε.

Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, το πρόσωπό της έχασε το χρώμα του.

Ήταν αρκετό.

Ο Γκαμπριέλ το είδε.

—Την αναγνωρίζεις;

Η μητέρα του δεν απάντησε.

Εκείνος έβγαλε το γράμμα του πατέρα του και το άφησε δίπλα στη φωτογραφία.

—Μου είπες ότι η Ισαβέλα πέθανε. Μου είπες ότι δεν υπήρχε ελπίδα. Μου επέτρεψες να τη θρηνώ επί δεκαεννέα χρόνια, ενώ εκείνη ζούσε. Και ο γιος μου μεγάλωσε πιστεύοντας ότι τον είχα εγκαταλείψει.

Η Μερσέντες ακούμπησε αργά το φλιτζάνι της στο τραπέζι.

—Δεν καταλαβαίνεις τι συνέβη εκείνη τη νύχτα.

—Τότε εξήγησέ μου!

Η φωνή του αντήχησε στο δωμάτιο.

Η μητέρα του σηκώθηκε και πλησίασε το παράθυρο.

—Έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω για να προστατεύσω την οικογένειά μας.

Ο Γκαμπριέλ ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά.

—Από τι;

Η Μερσέντες γύρισε αργά προς το μέρος του.

—Από έναν άνθρωπο που θα κατέστρεφε τα πάντα. Από ένα μυστικό που ο πατέρας σου πήρε μαζί του στον τάφο.

—Τι μυστικό;

Η μητέρα του άνοιξε το στόμα για να απαντήσει, αλλά εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο στο τραπεζάκι.

Το κοίταξε και πάγωσε.

Στην οθόνη εμφανιζόταν ένας αριθμός που ο Γκαμπριέλ δεν αναγνώριζε.

Η Μερσέντες δεν το σήκωσε.

Το τηλέφωνο σταμάτησε να χτυπά.

Ένα δευτερόλεπτο αργότερα, έφτασε ένα μήνυμα.

Η Μερσέντες το διάβασε και τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν.

Ο Γκαμπριέλ άρπαξε το τηλέφωνο πριν προλάβει να το κρύψει.

Το μήνυμα έγραφε:

«Ο γιος της Ισαβέλας επέστρεψε. Αν του πεις ποιος ήταν πραγματικά ο πατέρας του, θα χάσουμε και οι δύο τα πάντα».

Ο Γκαμπριέλ σήκωσε αργά το βλέμμα του.

—Τι σημαίνει αυτό; ρώτησε. Ποιος ήταν πραγματικά ο πατέρας του Αντριάν;

Η Μερσέντες άρχισε να κλαίει.

Για πρώτη φορά στη ζωή του, ο Γκαμπριέλ έβλεπε τη μητέρα του να φοβάται πραγματικά.

Κι εκείνη, με φωνή σχεδόν ανεπαίσθητη, είπε:

—Γιε μου… υπάρχει κάτι που δεν σου είπα ποτέ για τη νύχτα που γεννήθηκε ο Αντριάν.

Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…

Leave a Comment