ΜΕΡΟΣ 2: Ο ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΟΣ… ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΠΟΥ ΚΡΥΒΟΤΑΝ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΤΟΥ
Η αίθουσα του γυμναστηρίου είχε βυθιστεί σε μια παράξενη σιωπή.
Μόλις λίγα δευτερόλεπτα νωρίτερα, ο Blake στεκόταν στη μέση του χώρου, πεπεισμένος ότι μπορούσε να ταπεινώσει οποιονδήποτε τολμούσε να τον αμφισβητήσει. Τώρα, όμως, κοιτούσε τον Damon Mercer σαν να είχε εμφανιστεί μπροστά του κάτι που δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Ο Damon δεν έδειχνε θυμωμένος.
Δεν πανηγύριζε. Δεν απειλούσε. Δεν προσπαθούσε να εντυπωσιάσει κανέναν.
Απλώς στεκόταν μπροστά στον γιο του, τον Evan, με το ίδιο ήρεμο βλέμμα που είχε όταν μπήκε για πρώτη φορά στο γυμναστήριο.
Και αυτή ακριβώς η ηρεμία ήταν που έκανε τους πάντες να αισθάνονται άβολα.
Ο Raymond Cole, ο ηλικιωμένος βετεράνος που είχε αναγνωρίσει τον Damon, δεν είχε πάρει τα μάτια του από πάνω του.
«Damon Mercer…» επανέλαβε σχεδόν ψιθυριστά.
Ο Damon έσφιξε ελάχιστα το σαγόνι του.
«Δεν ξέρω ποιον νομίζεις ότι βλέπεις, Raymond.»
Ο Raymond έκανε ένα βήμα προς το μέρος του.
«Μη μου λες ψέματα. Ξέρω το πρόσωπό σου. Ξέρω τον τρόπο που στέκεσαι. Και ξέρω τι σημαίνει όταν ένας άντρας σαν εσένα προσπαθεί τόσο σκληρά να περνά απαρατήρητος.»
Ο Damon έριξε μια γρήγορη ματιά στον Evan.
Το αγόρι στεκόταν δίπλα του, μπερδεμένο και φοβισμένο. Είχε δει τον πατέρα του να αποφεύγει τις επιθέσεις του Blake με μια ευκολία που δεν είχε ξαναδεί ποτέ. Και τώρα ένας άγνωστος ηλικιωμένος μιλούσε γι’ αυτόν σαν να τον γνώριζε από μια άλλη ζωή.
Ο Damon δεν ήθελε να ακούσει ούτε μία λέξη μπροστά στο παιδί του.
«Ο γιος μου κι εγώ φεύγουμε», είπε κοφτά.
«Περίμενε», απάντησε ο Raymond. «Χρειάζομαι μόνο ένα λεπτό.»
«Δεν έχεις ούτε ένα.»
Ο Raymond χαμήλωσε τη φωνή του.
«Τότε τουλάχιστον απάντησέ μου σε μία ερώτηση. Πώς γίνεται να είσαι εδώ;»
Ο Damon πάγωσε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου.
Ήταν μια τόσο μικρή κίνηση που σχεδόν κανείς δεν την παρατήρησε. Ο Raymond, όμως, την είδε.
«Νόμιζα ότι ήσουν νεκρός», συνέχισε. «Όλοι αυτό πιστεύαμε.»
Ο Damon πλησίασε τόσο ώστε να μην μπορεί κανείς άλλος να ακούσει τα λόγια του.
«Αν θέλεις να συνεχίσεις να αναπνέεις ήσυχος, ξέχνα ότι με είδες.»
Ο Raymond δεν απάντησε αμέσως.
Για πρώτη φορά έπειτα από πολλά χρόνια, ο παλιός στρατιωτικός ένιωσε έναν φόβο που δεν είχε καμία σχέση με όπλα ή εχθρικά πυρά.
Ήταν ο φόβος ενός ανθρώπου που μόλις είχε ανακαλύψει ότι ένα κομμάτι από το παρελθόν του δεν είχε θαφτεί ποτέ πραγματικά.
Ο Evan τράβηξε απαλά το μανίκι του πατέρα του.
«Μπαμπά;»
Ο Damon γύρισε αμέσως προς το μέρος του. Η σκληρότητα στο πρόσωπό του εξαφανίστηκε.
«Είμαι εδώ, μικρέ.»
«Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος; Γιατί σε κοιτάζει έτσι;»
Ο Damon γονάτισε μπροστά του και ίσιωσε το γιακά της μπλούζας του.
«Κάποιος που με ήξερε παλιά.»
«Από πού;»
Για μια στιγμή, ο Damon δεν βρήκε απάντηση.
Πώς εξηγείς σε ένα παιδί ότι πριν γίνει ο ήσυχος πατέρας που το πήγαινε στο σχολείο, του ετοίμαζε πρωινό και προσπαθούσε να το κάνει να χαμογελάσει μετά τον θάνατο της μητέρας του, είχε υπάρξει ένας άλλος άνθρωπος;
Ένας άνθρωπος που είχε μάθει να κοιμάται με το ένα μάτι ανοιχτό.
Που μπορούσε να αναγνωρίσει τον κίνδυνο από έναν ήχο, μια σκιά ή μια αλλαγή στην αναπνοή κάποιου.
Ένας άνθρωπος που είχε εξαφανιστεί από τον κόσμο για να προστατεύσει όσους αγαπούσε.
«Από μια πολύ παλιά δουλειά», απάντησε τελικά.
Ο Evan χαμήλωσε το βλέμμα.
«Εξαιτίας μου έγινε όλο αυτό;»
Η ερώτηση χτύπησε τον Damon πιο δυνατά από οποιαδήποτε γροθιά του Blake.
«Όχι», είπε αμέσως. «Άκουσέ με καλά. Δεν έφταιξες σε τίποτα. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να σε ταπεινώνει επειδή είσαι πιο ήσυχος ή επειδή δεν θέλεις να χτυπάς τους άλλους.»
Ο Evan έγνεψε, αλλά δεν φαινόταν εντελώς πεπεισμένος.
«Ο Blake είπε ότι είμαι αδύναμος.»
Ο Damon ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους του.
«Η δύναμη δεν είναι να κάνεις κάποιον να φοβάται. Είναι να μπορείς να τον σταματήσεις χωρίς να γίνεις σαν κι αυτόν.»
Ο μικρός τον αγκάλιασε.
Ο Damon τον κράτησε για λίγα δευτερόλεπτα περισσότερο απ’ όσο συνήθιζε.
Γιατί, βαθιά μέσα του, γνώριζε κάτι που ο Evan δεν μπορούσε ακόμη να καταλάβει.
Η μεγαλύτερη αδυναμία του δεν ήταν ο φόβος του θανάτου.
Ήταν ο φόβος ότι κάποια μέρα το παρελθόν του θα έφτανε μέχρι τον γιο του.
Και τώρα, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ένιωθε πως αυτό ακριβώς είχε αρχίσει να συμβαίνει.
Ο Blake προσπάθησε να ξαναβρεί την αυτοπεποίθησή του.
«Ωραία παράσταση», είπε ειρωνικά, κοιτάζοντας τους ανθρώπους που είχαν συγκεντρωθεί γύρω τους. «Ένας τύπος που προσποιείται ότι είναι αθώος και ένας γέρος που τον περνάει για κάποιον ήρωα του πολέμου.»
Κανείς δεν γέλασε.
Ο Blake έστρεψε το βλέμμα του στους μαθητές του, περιμένοντας να πάρει έστω ένα νεύμα υποστήριξης. Όμως οι περισσότεροι απέφευγαν να τον κοιτάξουν.
Είχαν δει τι είχε συμβεί.
Είχαν δει έναν άντρα που δεν είχε σηκώσει ούτε μία γροθιά να κάνει τον προπονητή τους να χάσει τον έλεγχο.
«Τι κοιτάτε;» φώναξε ο Blake. «Η προπόνηση τελείωσε! Όλοι έξω!»
Ο Damon σηκώθηκε και πήρε τον Evan από το χέρι.
Πριν προλάβει να φτάσει στην έξοδο, ο Blake έκανε ένα τελευταίο λάθος.
«Ελπίζω να μην πιστεύεις ότι τελείωσε εδώ, Mercer.»
Ο Damon σταμάτησε.
Δεν γύρισε αμέσως.
Ο Raymond ένιωσε τον αέρα να αλλάζει. Είχε δει αυτό το είδος σιωπής στο παρελθόν. Ήταν η στιγμή πριν από μια απόφαση που δεν μπορούσε να ανακληθεί.
Ο Damon γύρισε αργά το κεφάλι.
«Αν πλησιάσεις ξανά τον γιο μου, αν τον αγγίξεις ή αν προσπαθήσεις να τον φοβίσεις, θα φροντίσω να μην ξαναβρεθείς ποτέ σε θέση να το κάνεις.»
Δεν ύψωσε τη φωνή του.
Δεν χρειάστηκε.
Ο Blake έμεινε ακίνητος.
Ο Damon βγήκε από το γυμναστήριο κρατώντας το χέρι του Evan, αφήνοντας πίσω του δεκάδες αναπάντητα ερωτήματα.
Κανείς τους δεν παρατήρησε τον άντρα που στεκόταν έξω, μέσα σε ένα σκούρο αυτοκίνητο, με το τηλέφωνο κολλημένο στο αυτί του.
«Τον βρήκαμε», είπε χαμηλόφωνα.
Στην άλλη άκρη της γραμμής, κάποιος απάντησε με μία μόνο ερώτηση.
«Είναι μόνος;»
Ο άντρας κοίταξε προς την έξοδο.
«Όχι. Είναι με το παιδί.»
Ακολούθησε μια μεγάλη σιωπή.
«Τότε μην κάνεις τίποτα», διέταξε η φωνή. «Όχι ακόμη.»
Η κλήση τερματίστηκε.
Ο άντρας έβαλε το τηλέφωνο στην τσέπη του και παρακολούθησε τον Damon να απομακρύνεται.
Στην οθόνη του είχε μείνει ανοιχτή μια παλιά φωτογραφία.
Μια φωτογραφία που δεν θα έπρεπε να υπάρχει πια.
Στο αυτοκίνητο, ο Evan δεν μίλησε για αρκετά λεπτά.
Ο Damon οδηγούσε με τα χέρια σταθερά στο τιμόνι, αλλά το μυαλό του βρισκόταν αλλού.
Είχε περάσει χρόνια προσπαθώντας να χτίσει μια φυσιολογική ζωή. Είχε αφήσει πίσω του ονόματα, αποστολές, ανθρώπους και υποσχέσεις που τον στοίχειωναν ακόμη και στον ύπνο του.
Είχε αλλάξει συνήθειες. Είχε περιορίσει τις επαφές του. Δεν μιλούσε ποτέ για την παλιά του ζωή και δεν κρατούσε τίποτα που θα μπορούσε να τον συνδέσει με εκείνη.
Πίστευε ότι είχε πετύχει.
Μέχρι που ο Raymond Cole τον κοίταξε στα μάτια και είπε τις λέξεις που φοβόταν να ακούσει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
«Νόμιζα ότι ήσουν νεκρός.»
«Μπαμπά;» ακούστηκε ξανά η φωνή του Evan.
«Ναι;»
«Η μαμά ήξερε αυτόν τον άνθρωπο;»
Ο Damon ένιωσε τα δάχτυλά του να σφίγγουν το τιμόνι.
Η Claire.
Ακόμη και μετά τον θάνατό της, το όνομά της είχε τη δύναμη να σταματά τον χρόνο.
«Γιατί με ρωτάς αυτό;» είπε προσεκτικά.
Ο Evan έβγαλε από την τσέπη του ένα μικρό, παλιό μπρελόκ που ανήκε στη μητέρα του.
«Επειδή, όταν ήμουν μικρός, άκουσα τη μαμά να λέει ένα όνομα στο τηλέφωνο. Δεν θυμάμαι πολλά, αλλά νομίζω ότι ήταν Cole.»
Ο Damon ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται.
«Είσαι σίγουρος;»
«Όχι. Ίσως να κάνω λάθος.»
Ο Damon δεν απάντησε.
Δεν ήθελε να τρομάξει τον γιο του. Δεν ήθελε να του φορτώσει ερωτήματα για τα οποία ούτε ο ίδιος είχε απαντήσεις.
Αλλά μέσα του, κάτι είχε ήδη αλλάξει.
Αν η Claire είχε γνωρίσει τον Raymond, τότε ίσως ο θάνατός της να μην ήταν το τραγικό, τυχαίο γεγονός που του είχαν παρουσιάσει.
Και αν κάποιος είχε συνδέσει ξανά το όνομά του με το παρελθόν, τότε δεν ήταν πια ασφαλές να υποθέτει ότι η παλιά του ζωή είχε μείνει πίσω.
Όταν έφτασαν στο σπίτι, ο Damon έλεγξε πρώτα τον δρόμο και μετά την εξώπορτα.
Μια παλιά συνήθεια.
Μια συνήθεια που είχε ορκιστεί ότι δεν θα χρειαζόταν ξανά.
Ο Evan το παρατήρησε.
«Γιατί κοιτάζεις παντού πριν μπούμε;»
«Για να είμαι σίγουρος ότι όλα είναι εντάξει.»
«Το κάνεις πάντα.»
Ο Damon προσπάθησε να χαμογελάσει.
«Μάλλον είναι μια κακή συνήθεια.»
Μπήκαν μέσα. Ο Evan πήγε στο δωμάτιό του για να αλλάξει, ενώ ο Damon άφησε τα κλειδιά στο τραπέζι και στάθηκε ακίνητος στη μέση του σαλονιού.
Το σπίτι ήταν ήσυχο.
Υπερβολικά ήσυχο.
Στο ράφι υπήρχε ακόμη μια φωτογραφία της Claire. Χαμογελούσε στον φακό, με το χέρι της ακουμπισμένο στον ώμο του Damon. Εκείνος θυμόταν εκείνη τη μέρα σαν να είχε συμβεί χθες.
Θυμόταν τη φωνή της.
Το γέλιο της.
Τον τρόπο που τον κοιτούσε όταν καταλάβαινε ότι της έκρυβε κάτι.
Και θυμόταν την τελευταία φορά που την είχε δει ζωντανή.
Του είχαν πει ότι ο θάνατός της ήταν αναπόφευκτος. Ότι δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσε να κάνει. Ότι έπρεπε να αποδεχτεί την απώλεια και να προστατεύσει τον γιο τους.
Για χρόνια, είχε προσπαθήσει να το κάνει.
Είχε θάψει τον πόνο του κάτω από τη δουλειά, τη σιωπή και την καθημερινή φροντίδα του Evan.
Όμως τώρα μια ερώτηση επέστρεφε ξανά και ξανά στο μυαλό του.
Ποιος είχε συμφέρον να πιστεύει ότι ο Damon Mercer ήταν νεκρός;
Και γιατί ο Raymond Cole έμοιαζε περισσότερο τρομοκρατημένος παρά έκπληκτος όταν τον είδε;
Ο Damon μπήκε στο υπνοδωμάτιο, γονάτισε μπροστά σε ένα παλιό μεταλλικό κουτί και πληκτρολόγησε τον κωδικό.
Το καπάκι άνοιξε με ένα χαμηλό μεταλλικό κλικ.
Μέσα υπήρχαν λίγα αντικείμενα από την προηγούμενη ζωή του: ένα παλιό διακριτικό, μερικά έγγραφα, ένα ρολόι που είχε σταματήσει χρόνια πριν και μια σειρά από φωτογραφίες που δεν είχε τολμήσει να κοιτάξει για πολύ καιρό.
Τα χέρια του κινήθηκαν προσεκτικά πάνω από τα αντικείμενα.
Κάτι έλειπε.
Ο Damon το κατάλαβε αμέσως.
Μία από τις φωτογραφίες δεν βρισκόταν στη θέση της.
Ήταν η φωτογραφία που κρατούσε πάντα χωριστά από τις υπόλοιπες. Η φωτογραφία που είχε τραβηχτεί λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατο της Claire.
Θυμόταν ότι την είχε φυλάξει εκεί ο ίδιος.
Θυμόταν επίσης ότι δεν είχε ανοίξει το κουτί εδώ και μήνες.
Κάποιος, όμως, γνώριζε ότι υπήρχε.
Και κάποιος είχε καταφέρει να την πάρει.
Ο Damon έκλεισε αργά το μεταλλικό καπάκι.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, δεν ένιωθε απλώς ότι τον παρακολουθούσαν.
Ένιωθε ότι κάποιος είχε ήδη μπει στη ζωή του χωρίς να αφήσει ίχνη.
Το τηλέφωνό του δονήθηκε.
Άγνωστος αριθμός.
Ο Damon κοίταξε την οθόνη για αρκετά δευτερόλεπτα πριν απαντήσει.
«Ποιος είναι;»
Στην άλλη άκρη ακούστηκε μια βαριά, κουρασμένη ανάσα.
«Damon;»
Η φωνή ήταν χαμηλή, σχεδόν αγνώριστη.
«Ποιος μιλάει;»
«Δεν έχεις πολύ χρόνο. Πρέπει να με ακούσεις προσεκτικά.»
Ο Damon σηκώθηκε αμέσως.
«Πες μου το όνομά σου.»
«Το όνομά μου δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο Cole δεν είναι ο μόνος που σε αναγνώρισε σήμερα.»
Ο Damon ένιωσε το αίμα του να παγώνει.
«Ποιος άλλος;»
«Άνθρωποι που έπρεπε να έχουν σταματήσει να σε ψάχνουν πριν από χρόνια.»
«Γιατί τώρα;»
«Επειδή κάποιος έκανε ένα λάθος. Και επειδή το όνομα της Claire εμφανίστηκε ξανά.»
Ο Damon έμεινε ακίνητος.
«Τι ξέρεις για τη γυναίκα μου;»
«Περισσότερα απ’ όσα σου είπαν.»
«Πες μου πού βρίσκεσαι.»
«Δεν μπορώ.»
«Τότε πες μου τι συνέβη.»
Ο άγνωστος σώπασε για λίγο.
Όταν μίλησε ξανά, η φωνή του έτρεμε.
«Η Claire δεν ήταν απλώς η γυναίκα σου, Damon. Ήξερε πράγματα που δεν έπρεπε να γνωρίζει. Και πριν πεθάνει… ανακάλυψε κάτι που θα μπορούσε να καταστρέψει ανθρώπους με πολύ μεγαλύτερη δύναμη από εμάς.»
Ο Damon ένιωσε τον παλιό του εαυτό να ξυπνά μέσα του.
«Ποιος τη σκότωσε;»
«Δεν ξέρω αν μπορώ να σου δώσω αυτό που ζητάς. Αλλά ξέρω ένα πράγμα: αν θέλεις να μάθεις την αλήθεια, μην εμπιστευτείς κανέναν που σου πει ότι η υπόθεση έχει κλείσει.»
«Περίμενε!»
Η γραμμή έκλεισε.
Ο Damon ξανακάλεσε αμέσως.
Ο αριθμός δεν ήταν πλέον διαθέσιμος.
Έμεινε να κοιτάζει το τηλέφωνο, με την καρδιά του να χτυπά δυνατά.
Τότε άκουσε τον Evan να τον φωνάζει από τον διάδρομο.
«Μπαμπά; Έχει έρθει κάτι για σένα.»
Ο Damon έκρυψε το τηλέφωνο και βγήκε από το δωμάτιο.
Ο Evan κρατούσε έναν μικρό, λευκό φάκελο. Δεν υπήρχε γραμματόσημο, διεύθυνση αποστολέα ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο.
Μόνο το όνομα του Damon γραμμένο με μαύρα γράμματα.
«Πού τον βρήκες;» ρώτησε.
«Κάτω από την πόρτα. Μόλις τώρα.»
Ο Damon πήρε τον φάκελο.
«Πήγαινε στο δωμάτιό σου, Evan. Και μείνε εκεί μέχρι να σου πω.»
«Γιατί;»
«Σε παρακαλώ, κάνε αυτό που σου λέω.»
Ο μικρός κατάλαβε από τον τόνο του πατέρα του ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε. Χωρίς άλλη ερώτηση, απομακρύνθηκε.
Ο Damon περίμενε μέχρι να κλείσει η πόρτα του δωματίου του και μετά άνοιξε τον φάκελο.
Μέσα υπήρχαν δύο πράγματα.
Μια παλιά φωτογραφία.
Και ένα μικρό χαρτί με έξι λέξεις.
«Αν θέλεις την αλήθεια, έλα μόνος.»
Ο Damon σήκωσε τη φωτογραφία.
Η Claire στεκόταν μπροστά σε ένα κτίριο που δεν αναγνώριζε αμέσως. Φορούσε ένα σκούρο παλτό και κοιτούσε κατευθείαν τον φακό.
Δίπλα της στεκόταν ένας άντρας με στρατιωτική στάση και ψυχρό βλέμμα.
Ο Damon ένιωσε τα γόνατά του να αδυνατίζουν.
Ήξερε αυτό το πρόσωπο.
Ήξερε το όνομα αυτού του άντρα.
Commander Elijah Ward.
Ο άνθρωπος που, σύμφωνα με τα επίσημα αρχεία, είχε χαθεί σε μια αποστολή που κανείς δεν μιλούσε πια γι’ αυτήν.
Ο άνθρωπος που ο Damon πίστευε ότι δεν θα ξαναέβλεπε ποτέ.
Και το πιο τρομακτικό απ’ όλα;
Η φωτογραφία είχε ημερομηνία.
Είχε τραβηχτεί τρεις ημέρες πριν από τον θάνατο της Claire.
Ο Damon γύρισε τη φωτογραφία από την άλλη πλευρά.
Εκεί υπήρχε μια δεύτερη φράση, γραμμένη βιαστικά με μπλε μελάνι:
«Η γυναίκα σου δεν σου είπε όλη την αλήθεια. Και ο Elijah Ward ξέρει γιατί πέθανε.»
Ο Damon δεν κουνήθηκε.
Για χρόνια είχε ζήσει με την πεποίθηση ότι είχε χάσει τη γυναίκα του για πάντα.
Τώρα, κρατώντας εκείνη τη φωτογραφία στα χέρια του, καταλάβαινε ότι ίσως δεν είχε χάσει μόνο την Claire.
Ίσως είχε χάσει και την αλήθεια για όσα πραγματικά συνέβησαν.
Το τηλέφωνό του δονήθηκε ξανά.
Αυτή τη φορά εμφανίστηκε ένα μήνυμα από έναν αριθμό που δεν είχε αποθηκευμένο.
«Damon, αν θέλεις να μάθεις τι συνέβη στην Claire, έλα μόνος. Μην πάρεις τον Evan μαζί σου. Δεν έχεις ιδέα ποιοι τον παρακολουθούν.»
Ο Damon διάβασε το μήνυμα δύο φορές.
Έπειτα κοίταξε προς το δωμάτιο του γιου του.
Κάποιος γνώριζε το όνομα του Evan.
Κάποιος γνώριζε πού έμεναν.
Και κάποιος ήθελε να τον αναγκάσει να επιστρέψει στον κόσμο από τον οποίο είχε προσπαθήσει τόσο σκληρά να ξεφύγει.
Ο Damon έβαλε τη φωτογραφία στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του και έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή.
Δεν ήξερε ποιος τον περίμενε.
Δεν ήξερε αν ο Raymond Cole ήταν σύμμαχος ή εχθρός.
Δεν ήξερε αν ο Elijah Ward ήταν ζωντανός ή αν κάποιος χρησιμοποιούσε το όνομά του για να τον παγιδεύσει.
Αλλά ήξερε ένα πράγμα.
Αν κάποιος είχε αγγίξει τη ζωή του γιου του, δεν θα σταματούσε μέχρι να μάθει την αλήθεια.
Και αυτή τη φορά, δεν θα επέτρεπε σε κανέναν να αποφασίσει για εκείνον τι έπρεπε να γνωρίζει.
Πριν φύγει, άκουσε τον Evan να ανοίγει την πόρτα του δωματίου του.
«Μπαμπά; Θα γυρίσεις σύντομα;»
Ο Damon γύρισε και προσπάθησε να χαμογελάσει.
«Πάντα γυρίζω, μικρέ.»
Ο Evan τον κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που είχε κληρονομήσει από την Claire.
«Μου το υπόσχεσαι;»
Ο Damon πλησίασε, τον αγκάλιασε σφιχτά και ακούμπησε τα χείλη του στο μέτωπό του.
«Σου το υπόσχομαι.»
Όμως, καθώς έκλεινε την εξώπορτα πίσω του, μια σκέψη τον χτύπησε σαν κεραυνός.
Τι θα γινόταν αν αυτή τη φορά η αλήθεια ήταν πιο επικίνδυνη από το ίδιο του το παρελθόν;
Και τι θα γινόταν αν η Claire δεν είχε πεθάνει απλώς επειδή βρέθηκε στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή;
Ο Damon κοίταξε για τελευταία φορά τη φωτογραφία στην τσέπη του.
Ο Elijah Ward χαμογελούσε ελάχιστα στον φακό.
Σαν να γνώριζε ήδη τι θα συνέβαινε.
Σαν να περίμενε αυτή τη στιγμή εδώ και χρόνια.
Και κάπου, σε ένα μέρος που ο Damon δεν μπορούσε ακόμη να εντοπίσει, ένας άντρας παρακολουθούσε την κάμερα ασφαλείας του σπιτιού του.
«Έφυγε», είπε στο τηλέφωνο.
Η απάντηση ήρθε αμέσως.
«Ωραία. Τώρα μπορούμε να αρχίσουμε.»
Ο άντρας κοίταξε τη δεύτερη φωτογραφία που κρατούσε στο χέρι του.
Σε αυτήν, η Claire δεν στεκόταν δίπλα στον Elijah Ward.
Στεκόταν μπροστά σε μια πόρτα, κρατώντας κάτι που ο Damon δεν είχε δει ποτέ.
Και πίσω της, στο σκοτάδι, διακρινόταν η σιλουέτα ενός τρίτου ανθρώπου.
Ενός ανθρώπου που, σύμφωνα με τα επίσημα έγγραφα, είχε πεθάνει πολλά χρόνια πριν.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…