ΜΕΡΟΣ 3: Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΝΤΕΪΒΙΝΤ… ΚΑΙ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΠΟΥ ΕΛΑΒΑ ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΜΕ ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΤΡΕΜΩ!
Το ασθενοφόρο διέσχιζε τους δρόμους με τις σειρήνες αναμμένες, ενώ εγώ προσπαθούσα να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά.
Ένιωθα το σώμα μου να τρέμει. Κάθε φορά που κοιτούσα το πρόσωπο του διασώστη, ήθελα να τον ρωτήσω αν το μωρό μου ήταν ζωντανό. Όμως φοβόμουν τόσο πολύ την απάντηση, που οι λέξεις δεν έβγαιναν από το στόμα μου.
«Σας παρακαλώ… σώστε το παιδί μου», ψιθύρισα.
Ο διασώστης έσκυψε προς το μέρος μου.
«Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε. Πρέπει να φτάσουμε γρήγορα στο νοσοκομείο».
Έκλεισα τα μάτια μου και θυμήθηκα τη στιγμή που ο Ντέιβιντ πέταξε το τηλέφωνό μου στον τοίχο. Θυμήθηκα τη φωνή του, την απειλή του και τον τρόπο με τον οποίο με κοιτούσε ενώ αιμορραγούσα στο πάτωμα.
Αυτός ήταν ο άντρας που είχα παντρευτεί.
Ο άνθρωπος στον οποίο είχα εμπιστευτεί τη ζωή μου.
Και τώρα δεν ήξερα αν θα κατάφερνα να κρατήσω στην αγκαλιά μου το παιδί μας.
Όταν φτάσαμε στο νοσοκομείο, οι γιατροί με μετέφεραν αμέσως σε ένα δωμάτιο εξετάσεων. Ένας νοσηλευτής μου ζήτησε να αναπνέω αργά, ενώ μια γιατρός άρχισε να ελέγχει την κατάστασή μου.
«Έχετε έντονους πόνους;» με ρώτησε.
«Ναι… Και υπάρχει πολύ αίμα. Σας παρακαλώ, πείτε μου ότι το μωρό μου είναι καλά».
Η γιατρός δεν απάντησε αμέσως. Συνέχισε την εξέταση, προσπαθώντας να διαπιστώσει τι ακριβώς συνέβαινε.
Εκείνα τα δευτερόλεπτα έμοιαζαν με αιωνιότητα.
Ύστερα, άκουσα τον ήχο της συσκευής και είδα τη γιατρό να συγκεντρώνεται στην οθόνη.
Δεν ήξερα τι έβλεπε.
Δεν ήξερα αν έπρεπε να ελπίζω ή να προετοιμαστώ για το χειρότερο.
«Θα χρειαστεί να παραμείνετε υπό στενή παρακολούθηση», μου είπε τελικά. «Πρέπει να κάνουμε ορισμένες ακόμη εξετάσεις».
«Το μωρό μου;» ρώτησα ξανά, με δάκρυα στα μάτια.
Η γιατρός μου έσφιξε απαλά το χέρι.
«Δεν θέλω να σας δώσω βιαστικές απαντήσεις. Θα σας ενημερώσουμε μόλις έχουμε σαφέστερη εικόνα».
Ένιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν, παρόλο που ήμουν ήδη ξαπλωμένη.
Δεν είχα άλλη δύναμη.
Λίγο αργότερα, μια νοσηλεύτρια με βοήθησε να μεταφερθώ σε ένα δωμάτιο, όπου θα μπορούσα να ξεκουραστώ και να συνεχιστεί η παρακολούθησή μου.
Το πρώτο πράγμα που ζήτησα ήταν ένα τηλέφωνο.
Ήθελα να μιλήσω με τον πατέρα μου.
Μόλις απάντησε, δεν κατάφερα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου.
«Μπαμπά… φοβάμαι».
«Το ξέρω, κορίτσι μου», απάντησε απαλά. «Μακάρι να μπορούσα να είμαι δίπλα σου αυτή τη στιγμή».
«Γιατί δεν μου είπες ποτέ ότι ο Ντέιβιντ μπορεί να μου κρύβει πράγματα;»
Ακολούθησε μια μικρή παύση.
«Άκουσέ με προσεκτικά, Άννα. Δεν θέλω να βγάλουμε συμπεράσματα πριν μάθουμε την αλήθεια. Όμως, πριν από λίγο, έμαθα κάτι που με ανησύχησε πολύ».
Σκούπισα τα δάκρυά μου.
«Τι πράγμα;»
«Ένας άνθρωπος που γνωρίζει τον Ντέιβιντ επικοινώνησε μαζί μου. Μου είπε ότι τους τελευταίους μήνες υπήρχαν σοβαρές ανησυχίες σχετικά με ορισμένες επαγγελματικές του υποθέσεις».
Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά πιο γρήγορα.
«Τι υποθέσεις;»
«Δεν έχω ακόμη όλα τα στοιχεία. Δεν θέλω να σε τρομάξω χωρίς λόγο. Αλλά μου ανέφερε ότι είχαν προκύψει ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο χειριζόταν ορισμένα έγγραφα και χρήματα».
Έμεινα σιωπηλή.
Ο Ντέιβιντ μιλούσε συνεχώς για την επιτυχία του. Μου έλεγε πόσο σκληρά εργαζόταν, πόσο τον σέβονταν οι συνάδελφοί του και πόσο σύντομα θα μπορούσαμε να αγοράσουμε ένα μεγαλύτερο σπίτι για το παιδί μας.
Δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι μπορεί να υπήρχε κάτι σκοτεινό πίσω από αυτή την εικόνα.
«Μπαμπά, πιστεύεις ότι έκανε κάτι παράνομο;»
«Δεν μπορώ να το γνωρίζω χωρίς αποδείξεις. Και δεν θα χρησιμοποιήσω τη θέση μου για να επηρεάσω οποιαδήποτε έρευνα. Αν υπάρχουν παρατυπίες, πρέπει να εξεταστούν από τους αρμόδιους ανθρώπους, σύμφωνα με τον νόμο».
Η απάντησή του με έκανε να νιώσω μια μικρή ανακούφιση.
Ο πατέρας μου δεν μου υποσχόταν εκδίκηση.
Μου υποσχόταν ότι δεν θα χρειαζόταν να αντιμετωπίσω την αλήθεια μόνη μου.
«Υπάρχει και κάτι ακόμη», πρόσθεσε.
«Τι;»
«Όταν έμαθα τι συνέβη στο σπίτι, ζήτησα από έναν έμπιστο άνθρωπο να φροντίσει να ενημερωθούν οι κατάλληλες υπηρεσίες. Δεν έδωσα καμία εντολή για το αποτέλεσμα. Θέλω μόνο να διασφαλιστεί ότι θα ακολουθηθούν οι νόμιμες διαδικασίες και ότι εσύ θα είσαι ασφαλής».
«Σε ευχαριστώ, μπαμπά».
«Δεν χρειάζεται να με ευχαριστείς. Είσαι κόρη μου».
Έκλεισα τα μάτια μου.
Για πρώτη φορά μετά από ώρες, ένιωσα ότι μπορούσα να αναπνεύσω λίγο πιο ελεύθερα.
Όμως η ηρεμία μου δεν κράτησε πολύ.
Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά.
Ήταν ο Ντέιβιντ.
Κοίταξα την οθόνη για αρκετά δευτερόλεπτα, χωρίς να ξέρω αν έπρεπε να απαντήσω. Ένα μέρος μου ήθελε να ακούσει τι είχε να πει. Ένα άλλο μέρος μου δεν ήθελε να ακούσει ξανά τη φωνή του.
Τελικά, απάντησα.
«Άννα;» είπε αμέσως. «Δόξα τω Θεώ! Πώς είσαι; Τι λένε οι γιατροί;»
Η φωνή του ακουγόταν διαφορετική.
Δεν είχε πια εκείνη την αλαζονεία που γνώριζα τόσο καλά. Ακουγόταν ανήσυχος, σχεδόν απελπισμένος.
«Γιατί με καλείς;» τον ρώτησα.
«Επειδή είσαι η γυναίκα μου!»
Έκλεισα τα μάτια μου.
«Όταν αιμορραγούσα στο πάτωμα, δεν σε ένοιαζε αν θα ζούσα. Σε ένοιαζε μόνο τι θα έλεγαν οι καλεσμένοι σου».
«Δεν ήταν έτσι! Ήμουν σε πανικό!»
«Μου πέταξες το τηλέφωνο στον τοίχο».
«Προσπαθούσα να αποτρέψω μια παρεξήγηση».
Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που άκουγα.
Ακόμη και τώρα, προσπαθούσε να παρουσιάσει τις πράξεις του ως κάτι ασήμαντο.
«Η μητέρα σου με έσπρωξε, Ντέιβιντ. Και εσύ με απείλησες».
«Η μητέρα μου δεν ήθελε να σου κάνει κακό. Ήταν μια δύσκολη στιγμή».
«Και το αίμα στο πάτωμα; Ήταν κι αυτό μια δύσκολη στιγμή;»
Δεν απάντησε.
Ύστερα, η φωνή του χαμήλωσε.
«Άννα, πρέπει να μιλήσουμε για τον πατέρα σου».
Άνοιξα αμέσως τα μάτια μου.
«Τι θέλεις να πεις;»
«Δεν ήξερα ποιος ήταν. Δεν μου είχες πει τίποτα».
«Δεν σου το έκρυψα για να σε παγιδεύσω. Ήθελα να έχω μια ζωή που να μην εξαρτάται από το όνομά του».
«Το καταλαβαίνω», είπε γρήγορα. «Αλλά τώρα τα πράγματα έχουν γίνει πολύ σοβαρά. Οι αστυνομικοί κάνουν ερωτήσεις, οι καλεσμένοι μιλούν και η εταιρεία μου έχει ήδη επικοινωνήσει μαζί μου».
Η φωνή του έσπασε.
«Μου είπαν ότι θα εξετάσουν την κατάσταση πριν αποφασίσουν τι θα γίνει με τη θέση μου».
Δεν απάντησα.
«Άννα, σε παρακαλώ. Πρέπει να μιλήσεις στον πατέρα σου. Πες του ότι όλα ήταν μια παρεξήγηση. Πες του ότι δεν θέλεις να καταστραφεί η καριέρα μου».
Αισθάνθηκα κάτι μέσα μου να σπάει.
«Και η δική μου ζωή;» τον ρώτησα. «Ποιος θα μιλήσει για τη δική μου ζωή;»
«Είμαι ο σύζυγός σου!»
«Τότε γιατί δεν με προστάτευσες;»
Η σιωπή του ήταν η μόνη απάντηση που πήρα.
Τερμάτισα την κλήση.
Τα χέρια μου έτρεμαν. Όχι επειδή φοβόμουν πια την οργή του, αλλά επειδή άρχιζα να καταλαβαίνω πόσο βαθιά είχα εξαπατήσει τον εαυτό μου όλα αυτά τα χρόνια.
Λίγα λεπτά αργότερα, η πόρτα του δωματίου άνοιξε.
Μια νοσηλεύτρια μπήκε κρατώντας έναν φάκελο και με ρώτησε αν ένιωθα αρκετά καλά ώστε να μιλήσω με έναν αστυνομικό.
«Ναι», απάντησα.
Ο αστυνομικός συστήθηκε και κάθισε δίπλα στο κρεβάτι μου.
«Κυρία Μίλερ, θα ήθελα να σας κάνω ορισμένες ερωτήσεις για το περιστατικό στο σπίτι. Αν κουραστείτε, μπορούμε να σταματήσουμε».
Του περιέγραψα όσα είχαν συμβεί: την προσβολή της Σύλβιας, την πτώση μου, το αίμα, το σπασμένο τηλέφωνο και τις απειλές του Ντέιβιντ.
Δεν προσπάθησα να υπερβάλω.
Δεν χρειαζόταν.
Η αλήθεια ήταν αρκετά τρομακτική από μόνη της.
Ο αστυνομικός σημείωνε προσεκτικά όσα έλεγα.
«Υπάρχουν μάρτυρες που επιβεβαιώνουν μέρος της περιγραφής σας», μου είπε. «Θα χρειαστεί να συγκεντρώσουμε όλες τις καταθέσεις και να εξετάσουμε τα στοιχεία».
«Θα τιμωρηθούν;» ρώτησα.
«Δεν μπορώ να σας υποσχεθώ κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Αυτό που μπορώ να σας πω είναι ότι το περιστατικό θα διερευνηθεί».
Όταν έφυγε, πίστεψα ότι τα χειρότερα είχαν περάσει.
Τότε, το κινητό που μου είχε δανείσει η νοσηλεύτρια δονήθηκε.
Ένα μήνυμα από άγνωστο αριθμό.
Το άνοιξα.
«Άννα, δεν με γνωρίζεις προσωπικά, αλλά εργάζομαι στον ίδιο επαγγελματικό χώρο με τον Ντέιβιντ. Υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθεις. Η προαγωγή του δεν ήταν τόσο απλή όσο σου είπε. Και πριν από λίγες εβδομάδες, κάποιος ζήτησε να εξαφανιστούν ορισμένα έγγραφα από έναν φάκελο που συνδεόταν με μια υπόθεση της εταιρείας».
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.
Διάβασα ξανά το μήνυμα.
Ύστερα ήρθε δεύτερο.
«Δεν σου γράφω για να εκδικηθώ τον Ντέιβιντ. Σου γράφω επειδή φοβάμαι ότι θα προσπαθήσει να σε χρησιμοποιήσει για να καλύψει όσα συνέβησαν. Έχω στοιχεία που μπορεί να εξηγήσουν γιατί πανικοβλήθηκε τόσο πολύ όταν έμαθε ποιος είναι ο πατέρας σου».
Τα δάχτυλά μου πάγωσαν πάνω στην οθόνη.
Έγραψα αμέσως:
«Ποιος είσαι; Τι στοιχεία έχεις;»
Η απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως.
«Το όνομά μου είναι Μάικλ. Και αν θέλεις να μάθεις την αλήθεια, πρέπει να μιλήσουμε πριν ο Ντέιβιντ καταλάβει ότι έχω επικοινωνήσει μαζί σου».
Πριν προλάβω να απαντήσω, το τηλέφωνο χτύπησε ξανά.
Αυτή τη φορά ήταν ο πατέρας μου.
«Άννα, μόλις έμαθα ότι ένας άνθρωπος από την εταιρεία του Ντέιβιντ θέλει να σου μιλήσει», είπε σοβαρά.
Έσφιξα το τηλέφωνο.
«Πώς το ξέρεις;»
«Επικοινώνησε μαζί μου για να ζητήσει συμβουλή σχετικά με το πώς πρέπει να παραδώσει πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές. Δεν μου έδωσε όλες τις λεπτομέρειες, αλλά φαίνεται πως υπάρχουν ζητήματα που χρειάζονται προσεκτική διερεύνηση».
«Μπαμπά… μου έστειλε μήνυμα».
Ακολούθησε σιωπή.
«Μην τον συναντήσεις μόνη σου και μην επιχειρήσεις να αποκτήσεις πρόσβαση σε έγγραφα που δεν σου ανήκουν. Αν έχει στοιχεία, πρέπει να τα παραδώσει νόμιμα στους αρμόδιους ανθρώπους».
«Πιστεύεις ότι ο Ντέιβιντ είναι μπλεγμένος σε κάτι σοβαρό;»
«Δεν γνωρίζω ακόμη, κόρη μου. Αλλά υπάρχει κάτι που με ανησυχεί περισσότερο από όλα».
«Τι;»
Η φωνή του πατέρα μου χαμήλωσε.
«Ο Μάικλ είπε ότι ο Ντέιβιντ είχε αρχίσει να αναζητά πληροφορίες για εσένα και την οικογένειά σου πριν από την προαγωγή του. Και θέλω να καταλάβω γιατί».
Έμεινα ακίνητη.
Ο Ντέιβιντ γνώριζε ότι δεν είχα χρησιμοποιήσει ποτέ το όνομα του πατέρα μου. Δεν είχε δείξει ενδιαφέρον για την οικογένειά μου ούτε είχε ζητήσει να μάθει περισσότερα για το παρελθόν μου.
Γιατί, λοιπόν, είχε αρχίσει να ψάχνει;
Πριν προλάβω να ρωτήσω οτιδήποτε άλλο, εμφανίστηκε μια νέα ειδοποίηση στην οθόνη.
Ο Μάικλ είχε στείλει μια φωτογραφία ενός εγγράφου.
Δεν μπορούσα να διαβάσω όλες τις λεπτομέρειες, αλλά ένα όνομα ξεχώριζε καθαρά.
Το δικό μου.
Και από κάτω υπήρχε μια ημερομηνία που με έκανε να ανατριχιάσω.
Ήταν η ημερομηνία που ο Ντέιβιντ μου είχε ζητήσει να υπογράψω κάποια έγγραφα, λέγοντάς μου ότι επρόκειτο για μια απλή οικογενειακή διαδικασία.
Τότε δεν είχα δώσει σημασία.
Τώρα, κοιτάζοντας εκείνη τη φωτογραφία, κατάλαβα ότι ίσως είχα υπογράψει κάτι που δεν γνώριζα πραγματικά.
Κάτι που μπορούσε να εξηγήσει γιατί ο σύζυγός μου φοβόταν τόσο πολύ την αποκάλυψη της αλήθειας.
Και ακριβώς τη στιγμή που προσπάθησα να μεγεθύνω τη φωτογραφία, εμφανίστηκε ένα τελευταίο μήνυμα:
«Μην υπογράψεις τίποτε άλλο. Ο Ντέιβιντ δεν φοβάται μόνο ότι θα χάσει την καριέρα του. Φοβάται τι θα ανακαλύψεις όταν μάθεις τι έκανε με το όνομά σου».
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 4…