ΜΕΡΟΣ 4: «ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΣΟΥ ΕΙΠΑ ΠΟΤΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΖΑΚ» — Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΕ ΟΛΟΥΣ
Η κυρία Χάρις κοίταζε τον σύζυγό της χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι εννοούσε.
«Τι δεν μου είπες;» τον ρώτησε. «Ντάνιελ, σε παρακαλώ. Όχι άλλα μυστικά. Όχι σήμερα».
Ο Ντάνιελ έσφιξε τον φάκελο στα χέρια του. Το πρόσωπό του είχε χλωμιάσει και τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα.
Ο Θεό στεκόταν λίγα βήματα μακριά τους. Δεν ήθελε να ανακατευτεί σε κάτι τόσο προσωπικό, όμως η τελευταία φράση του Ντάνιελ τον είχε κάνει να σταματήσει.
Η κηδεία δεν είχε τελειώσει πραγματικά. Οι περισσότεροι καλεσμένοι περίμεναν ακόμη στον διάδρομο, ενώ κάποιοι είχαν αρχίσει να αποχωρούν σιωπηλά. Κανείς δεν ήξερε τι είχε συμβεί μέσα σε εκείνη την οικογένεια κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής του Τζακ.
«Θυμάσαι την τελευταία φορά που πήγαμε μαζί στο νοσοκομείο;» ρώτησε ο Ντάνιελ τη γυναίκα του.
Εκείνη έγνεψε.
«Φυσικά και θυμάμαι. Ήταν η ημέρα που οι γιατροί μάς εξήγησαν πόσο δύσκολη είχε γίνει η κατάστασή του».
Ο Ντάνιελ χαμήλωσε το κεφάλι.
«Εκείνη την ημέρα, αφού τελείωσε η εξέταση, ο Τζακ μου ζήτησε να μείνω μόνος μαζί του για λίγα λεπτά. Μου είπε ότι ήθελε να μιλήσουμε χωρίς να είσαι εκεί».
Η κυρία Χάρις συνοφρυώθηκε.
«Γιατί δεν μου το είπες ποτέ;»
«Επειδή μου ζήτησε να μην το κάνω».
Η γυναίκα του τραβήχτηκε ελαφρά προς τα πίσω.
«Και τι σου είπε;»
Ο Ντάνιελ κοίταξε το φέρετρο.
«Με ρώτησε αν θα μπορούσα να του υποσχεθώ κάτι».
Η φωνή του άρχισε να τρέμει.
«Του είπα ότι θα έκανα τα πάντα για εκείνον. Ότι δεν υπήρχε τίποτα στον κόσμο που δεν θα προσπαθούσα να του δώσω. Και τότε μου ζήτησε να υποσχεθώ ότι, ό,τι κι αν συνέβαινε, δεν θα άφηνα τη μητέρα του να πιστέψει πως είχε αποτύχει ως μαμά».
Η κυρία Χάρις έφερε αργά το χέρι στο στόμα της.
«Τι;»
«Μου είπε ότι σε άκουγε να κατηγορείς τον εαυτό σου. Ότι πίστευες πως έπρεπε να είχες καταλάβει νωρίτερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ότι, αν είχες επιμείνει περισσότερο, ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά».
Η γυναίκα του άρχισε να κλαίει.
«Δεν ήξερα ότι με άκουγε…»
«Το ήξερε, όμως», απάντησε ο Ντάνιελ. «Και αυτό τον πονούσε περισσότερο απ’ όσο φανταζόμουν».
Έκανε μια παύση, προσπαθώντας να βρει τις σωστές λέξεις.
«Μου είπε: “Μπαμπά, η μαμά νομίζει ότι πρέπει να είχε κάνει κάτι διαφορετικό. Όταν με κοιτάζει, βλέπω ότι ψάχνει έναν τρόπο να γυρίσει πίσω τον χρόνο. Σε παρακαλώ, μην την αφήσεις να ζήσει έτσι. Δεν φταίει εκείνη. Δεν φταις ούτε εσύ. Μερικά πράγματα συμβαίνουν, ακόμη κι όταν όλοι κάνουν ό,τι μπορούν”».
Η κυρία Χάρις έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της.
«Και δεν μου το είπες ποτέ;» ψιθύρισε.
«Προσπάθησα», απάντησε ο Ντάνιελ. «Αλλά κάθε φορά που σε έβλεπα να κλαις, δεν ήξερα πώς να αρχίσω. Νόμιζα ότι αν σου έλεγα πως ο Τζακ ανησυχούσε για σένα, θα σε πλήγωνα ακόμη περισσότερο. Έτσι σώπασα».
«Και με άφησες να πιστεύω ότι ήμουν μόνη μου μέσα σε όλο αυτό».
Η φράση της τον χτύπησε βαθιά.
«Ναι», παραδέχτηκε. «Και αυτό είναι κάτι για το οποίο θα μετανιώνω».
Ο Θεό χαμήλωσε το βλέμμα. Καταλάβαινε τώρα γιατί ο Τζακ είχε προσπαθήσει τόσο πολύ να προστατεύσει τους γονείς του, ακόμη και όταν ο ίδιος χρειαζόταν τη δική τους προστασία.
Το αγόρι που όλοι θεωρούσαν πως έπρεπε να το φροντίζουν, είχε περάσει τους τελευταίους μήνες προσπαθώντας να κρατήσει ολόκληρη την οικογένειά του ενωμένη.
Η κυρία Χάρις πλησίασε τον Ντάνιελ.
«Δεν ήθελα να είμαι δυνατή κάθε μέρα», του είπε μέσα από τα δάκρυά της. «Ήθελα απλώς να μπορώ να φοβάμαι μαζί σου. Να σου πω ότι δεν άντεχα άλλο, χωρίς να αισθάνομαι ότι έπρεπε να σε προστατεύσω κι εσένα».
Ο Ντάνιελ την αγκάλιασε.
«Κι εγώ φοβόμουν», ψιθύρισε. «Τόσο πολύ που δεν ήξερα πώς να είμαι δίπλα σου».
Για λίγα λεπτά, έμειναν αγκαλιασμένοι χωρίς να μιλήσουν.
Ύστερα ο Ντάνιελ κοίταξε ξανά τον φάκελο.
«Υπάρχει κι άλλο», είπε.
Η γυναίκα του σήκωσε το κεφάλι.
«Τι άλλο;»
«Δεν σου είπα ποτέ τι μου ζήτησε ο Τζακ μετά από εκείνη τη συζήτηση».
Ο Θεό έκανε ένα βήμα προς το μέρος τους.
Ο Ντάνιελ γύρισε προς αυτόν.
«Σου είχε μιλήσει ποτέ για το τι ήθελε να κάνουμε αφού… αφού έφευγε;»
Ο Θεό σκέφτηκε για λίγο.
«Μου έλεγε ότι δεν ήθελε να σταματήσετε να ζείτε. Ότι δεν ήθελε να μετατρέψετε το δωμάτιό του σε μέρος όπου κανείς δεν θα μπορούσε να μπει. Αλλά δεν μου είπε τίποτε συγκεκριμένο για το τι είχατε συζητήσει εσείς οι δύο».
Ο Ντάνιελ έγνεψε αργά.
«Μου ζήτησε να μη σταματήσω να πηγαίνω στο δωμάτιό του. Μου είπε να μην κλειδώσω τα πράγματά του σε κουτιά, να μην κρύψω τις φωτογραφίες του και να μην προσποιηθώ πως δεν υπήρξε ποτέ».
Η κυρία Χάρις τον κοίταξε έκπληκτη.
«Εγώ δεν θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο».
«Το ξέρω. Αλλά εκείνος φοβόταν ότι ο πόνος θα μας έκανε να προσπαθήσουμε να ξεχάσουμε. Και μου είπε κάτι που δεν θα ξεχάσω όσο ζω».
Ο Ντάνιελ πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Μου είπε: “Μπαμπά, δεν θέλω να γίνω το δωμάτιο που κανείς δεν ανοίγει. Θέλω να είμαι η ιστορία που θα λέτε όταν κάθεστε όλοι μαζί. Θέλω να με θυμάστε χωρίς να φοβάστε ότι θα καταρρεύσετε”».
Η κυρία Χάρις έκλεισε τα μάτια.
Για μήνες, είχε φοβηθεί να αγγίξει ορισμένα αντικείμενα του γιου της. Το ποτήρι που χρησιμοποιούσε. Το φούτερ που άφηνε στην καρέκλα. Τα βιβλία που είχε διαβάσει ξανά και ξανά.
Κάθε φορά που έμπαινε στο δωμάτιό του, ένιωθε πως αν μετακινούσε έστω και ένα πράγμα, θα έχανε ένα ακόμη κομμάτι του.
Τώρα άρχισε να καταλαβαίνει ότι ο Τζακ δεν της ζητούσε να τον αφήσει πίσω.
Της ζητούσε να μην αφήσει τον πόνο να γίνει η μόνη ανάμνηση που θα της είχε απομείνει.
«Θέλω να πάω σπίτι», είπε ξαφνικά.
Ο Ντάνιελ την κοίταξε.
«Τώρα;»
«Ναι. Θέλω να ανοίξω το δωμάτιό του. Θέλω να καθίσω στο κρεβάτι του και να θυμηθώ πώς γελούσε. Δεν θέλω να περιμένω άλλη μία ημέρα επειδή φοβάμαι».
Ο Θεό χαμογέλασε αχνά.
«Νομίζω ότι θα του άρεσε αυτό».
Η κυρία Χάρις γύρισε προς το μέρος του.
«Θέλω να έρθεις κι εσύ».
Ο νεαρός έμεινε έκπληκτος.
«Εγώ;»
«Ναι, εσύ. Ήσουν δίπλα του όταν εμείς δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Ξέρεις πράγματα για τον γιο μου που ίσως δεν θα μάθω ποτέ από κανέναν άλλον. Δεν θέλω να χάσω κι αυτές τις ιστορίες».
Ο Θεό προσπάθησε να απαντήσει, αλλά δεν βρήκε λόγια.
Έγνεψε μόνο καταφατικά.
Αργότερα εκείνο το απόγευμα, οι τρεις τους επέστρεψαν στο σπίτι της οικογένειας Χάρις.
Το δωμάτιο του Τζακ παρέμενε ακριβώς όπως το είχε αφήσει.
Τα βιβλία του ήταν στοιβαγμένα δίπλα στο κρεβάτι. Μια κουβέρτα ήταν πεταμένη πάνω στην καρέκλα. Στο γραφείο υπήρχαν μολύβια, τετράδια και ένα παλιό εισιτήριο κινηματογράφου που είχε κρατήσει από μια έξοδο με τον Θεό.
Η κυρία Χάρις στάθηκε στην πόρτα.
Για λίγα δευτερόλεπτα, δεν μπορούσε να περάσει το κατώφλι.
Ο Ντάνιελ της έπιασε το χέρι.
«Δεν χρειάζεται να το κάνεις όλο σήμερα», της είπε.
Εκείνη κούνησε το κεφάλι.
«Όχι. Θέλω να μπω».
Προχώρησε μέχρι το κρεβάτι και κάθισε προσεκτικά στην άκρη του.
Πήρε το μαξιλάρι του γιου της στην αγκαλιά της και έκλαψε.
Αλλά αυτή τη φορά, δεν ήταν μόνη.
Ο Ντάνιελ κάθισε δίπλα της. Ο Θεό στάθηκε απέναντί τους, κοιτάζοντας μια φωτογραφία στον τοίχο.
Ήταν ο Τζακ κι εκείνος σε μια παραλία, χρόνια νωρίτερα. Και οι δύο γελούσαν, ενώ ο Τζακ κρατούσε ένα κόκκινο κουβαδάκι πάνω από το κεφάλι του φίλου του.
Ο Θεό γέλασε μέσα από τα δάκρυά του.
«Ήταν απαίσιος», είπε.
Η κυρία Χάρις σήκωσε το κεφάλι της.
«Τι εννοείς;»
«Με είχε πείσει να σκάψω μια τεράστια τρύπα στην άμμο επειδή υποτίθεται ότι θα βρίσκαμε θαμμένο θησαυρό. Με άφησε να σκάβω σχεδόν μία ώρα, και στο τέλος έθαψε το δικό μου παπούτσι μέσα στην τρύπα».
Ο Ντάνιελ γέλασε ξαφνικά.
Ένα αυθόρμητο, απρόσμενο γέλιο που ακούστηκε παράξενο μέσα σε εκείνο το σπίτι.
«Το θυμάμαι!» είπε. «Γυρίσατε σπίτι με ένα παπούτσι και ο Τζακ επέμενε ότι ήταν πειρατική αποστολή».
Η κυρία Χάρις χαμογέλασε, ενώ τα δάκρυα συνέχιζαν να κυλούν στο πρόσωπό της.
«Κι εγώ τον έβαλα να καθαρίσει όλη την αυλή επειδή νόμιζα ότι είχε χάσει το παπούτσι επίτηδες».
Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, μίλησαν για τον Τζακ χωρίς κάθε πρόταση να τελειώνει σε έναν λυγμό.
Θυμήθηκαν τα αστεία του, τις μικρές του σκανταλιές, τις φορές που έκανε πως δεν άκουγε όταν του ζητούσαν να τακτοποιήσει το δωμάτιό του.
Θυμήθηκαν τον γιο τους όπως ήταν πριν από τα νοσοκομεία.
Και για μια στιγμή, το δωμάτιο δεν έμοιαζε με έναν χώρο που είχε μείνει πίσω μετά από μια απώλεια.
Έμοιαζε με ένα δωμάτιο γεμάτο ζωή.
Τότε ο Θεό παρατήρησε κάτι κάτω από το γραφείο.
Έσκυψε και τράβηξε ένα μικρό, κόκκινο κουτί.
«Αυτό ήταν εδώ από την τελευταία φορά που ήρθα», είπε. «Δεν θυμάμαι να το είχα ξαναδεί».
Η κυρία Χάρις σηκώθηκε αμέσως.
Στο καπάκι υπήρχε ένα χαρτάκι με το όνομα του Θεό.
Ο νεαρός το κοίταξε έκπληκτος.
«Είναι για μένα».
Άνοιξε το κουτί προσεκτικά.
Μέσα υπήρχε μια φωτογραφία των δύο φίλων και ένα μικρό διπλωμένο σημείωμα.
Ο Θεό το ξεδίπλωσε.
Τα πρώτα λόγια έκαναν τα χέρια του να αρχίσουν να τρέμουν.
«Θεό, αν διαβάζεις αυτό το σημείωμα, σημαίνει ότι έκανες αυτό που σου ζήτησα. Και τώρα θέλω να κάνεις κάτι ακόμη για μένα…»
Σταμάτησε.
Η κυρία Χάρις τον πλησίασε.
«Τι γράφει;»
Ο Θεό διάβασε την επόμενη γραμμή.
Και ξαφνικά, το πρόσωπό του άλλαξε.
Δεν ήταν πια μόνο θλίψη.
Ήταν έκπληξη, ανάμεικτη με δυσπιστία.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Ντάνιελ.
Ο Θεό σήκωσε το βλέμμα του.
«Ο Τζακ είχε σχεδιάσει κάτι για εσάς. Για όλους μας. Και μου ζητά να το κάνω πραγματικότητα».
Κοίταξε ξανά το σημείωμα.
Η τελευταία πρόταση ήταν σύντομη, αλλά αρκετή για να αλλάξει όσα πίστευαν ότι θα ακολουθούσαν μετά την κηδεία.
«Μην αφήσεις την ιστορία μου να τελειώσει εδώ. Πήγαινε τους γονείς μου στο μέρος όπου ήμασταν πάντα ευτυχισμένοι. Εκεί θα καταλάβουν τι θέλω να κάνουν στη συνέχεια».
Ο Ντάνιελ και η κυρία Χάρις κοιτάχτηκαν.
Ήξεραν αμέσως ποιο μέρος εννοούσε.
Το μικρό παραθαλάσσιο σπίτι όπου είχαν περάσει τις πιο όμορφες οικογενειακές διακοπές τους, πριν από την ασθένεια. Το μέρος όπου ο Τζακ είχε γελάσει, είχε κολυμπήσει και είχε ονειρευτεί το μέλλον σαν να ήταν ατελείωτο.
Η κυρία Χάρις έσφιξε το σημείωμα στο στήθος της.
«Θα πάμε», είπε.
Ο Ντάνιελ της έπιασε το χέρι.
«Και αυτή τη φορά, θα πάμε μαζί».
Ο Θεό κοίταξε τη φωτογραφία των δύο φίλων και ψιθύρισε:
«Θα το κάνουμε, Τζακ. Σου το υπόσχομαι».
Δεν ήξερε ακόμη τι ακριβώς τους περίμενε εκεί.
Ήξερε μόνο ότι ο φίλος του είχε αφήσει πίσω του κάτι περισσότερο από ένα γράμμα και μια υπόσχεση.
Είχε αφήσει μια τελευταία επιθυμία.
Και κανείς τους δεν ήταν έτοιμος για το πόσο θα άλλαζε τη ζωή τους.
Συνεχίζεται στο ΤΕΛΙΚΟΣ…