ΜΕΡΟΣ 2: «ΤΟΥ ΤΟ ΕΙΧΑ ΥΠΟΣΧΕΘΕΙ!» — Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΘΕΟ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥ ΤΖΑΚ ΝΑ ΛΥΓΙΣΟΥΝ
Η αίθουσα του παρεκκλησίου είχε βυθιστεί σε απόλυτη σιωπή.
Ο Θεό στεκόταν μπροστά στο φέρετρο του καλύτερού του φίλου, φορώντας εκείνο το κατακόκκινο φόρεμα που είχε προκαλέσει τόσα ψιθυρίσματα λίγα λεπτά νωρίτερα. Τα χέρια του έτρεμαν ελαφρά. Τα μάτια του ήταν πρησμένα από το κλάμα, όμως προσπαθούσε να κρατήσει τη φωνή του σταθερή.
Ο Ντάνιελ, ο πατέρας του Τζακ, εξακολουθούσε να τον κοιτάζει με θυμό και σύγχυση. Δίπλα του, η κυρία Χάρις είχε σφίξει τα χέρια της τόσο δυνατά, που οι αρθρώσεις των δαχτύλων της είχαν ασπρίσει.
«Πριν από έξι μήνες», άρχισε ο Θεό, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, «ο Τζακ κι εγώ καθόμασταν στο δωμάτιό του. Ήταν μία από εκείνες τις νύχτες που δεν μπορούσε να κοιμηθεί εξαιτίας των πόνων. Είχαμε περάσει όλη την ημέρα στο νοσοκομείο και, όταν επιστρέψαμε, μου ζήτησε να μείνω λίγο ακόμη».
Σταμάτησε για μια στιγμή.
«Οι γονείς του είχαν πάει στην κουζίνα. Άκουγα τη μητέρα του να κλαίει σιγανά, νομίζοντας πως κανείς δεν την άκουγε. Ο Τζακ την είχε ακούσει κι εκείνος. Δεν μου είπε τίποτα τότε. Απλώς κοιτούσε το ταβάνι».
Η κυρία Χάρις έφερε το χέρι στο στόμα της.
«Κάποια στιγμή γύρισε προς το μέρος μου και με ρώτησε: “Θεό, αν ήξερες ότι σου απομένει λίγος χρόνος, τι θα ήθελες να θυμούνται οι άνθρωποι για σένα;”»
Ένας λυγμός ακούστηκε από τις πίσω σειρές.
«Του είπα να σταματήσει να μιλάει έτσι. Του είπα ότι θα γινόταν καλά, ότι θα πηγαίναμε ξανά σχολείο μαζί, ότι θα γελούσαμε με όλα αυτά όταν θα είχαμε μεγαλώσει. Του είπα όσα λέει κάποιος όταν φοβάται τόσο πολύ να χάσει τον άνθρωπο που αγαπά, ώστε δεν αντέχει ούτε να ακούσει την αλήθεια».
Ο Θεό σκούπισε τα δάκρυά του με την παλάμη.
«Αλλά εκείνος με κοίταξε και μου είπε: “Δεν σου ζητάω να πιστέψεις ότι θα πεθάνω. Σου ζητάω να με ακούσεις, αν κάποτε δεν μπορώ πια να σου μιλήσω”».
Ο Ντάνιελ χαμήλωσε για πρώτη φορά το βλέμμα του.
Ο Θεό συνέχισε.
«Τότε μου αποκάλυψε κάτι που δεν είχα καταλάβει ποτέ. Όλον αυτόν τον καιρό, ενώ όλοι προσπαθούσαμε να του δώσουμε κουράγιο, εκείνος προσπαθούσε να μας προστατεύσει. Έκανε αστεία όταν πονούσε. Χαμογελούσε όταν ήταν εξαντλημένος. Μας έλεγε ότι ήταν καλά, επειδή ήξερε πως, αν έλεγε την αλήθεια, θα μας έβλεπε να καταρρέουμε».
Η φωνή του έσπασε.
«Και μετά μου είπε: “Δεν θέλω η κηδεία μου να είναι μόνο μαύρα ρούχα, κλάματα και άνθρωποι που θα λένε πόσο λυπηρό είναι που έφυγα τόσο νέος. Δεν θέλω να με θυμούνται όλοι σαν ένα άρρωστο αγόρι. Θέλω, έστω για μία στιγμή, να θυμηθούν ότι ήμουν ζωντανός. Ότι γελούσα. Ότι είχα φίλους. Ότι ήμουν ακόμα ο Τζακ”».
Η κυρία Χάρις άρχισε να κλαίει αθόρυβα. Ο άντρας της έβαλε το χέρι γύρω από τους ώμους της, χωρίς όμως να πάρει τα μάτια του από τον Θεό.
«Τότε με κοίταξε με εκείνο το χαμόγελο που όλοι γνωρίζατε», είπε ο Θεό. «Το χαμόγελο που εμφανιζόταν πάντα όταν είχε σκεφτεί κάτι εντελώς τρελό».
Για μια στιγμή, ένα αδύναμο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.
«Μου είπε ότι ήθελε να φορέσω κάτι κόκκινο στην κηδεία του. Όχι γραβάτα. Όχι ένα μικρό κόκκινο λουλούδι στο πέτο. Ένα κόκκινο φόρεμα».
Μερικοί άνθρωποι κοίταξαν ο ένας τον άλλον αμήχανα.
«Τον ρώτησα αν είχε χάσει το μυαλό του. Του είπα ότι οι άνθρωποι θα με κοιτούσαν περίεργα, ότι οι γονείς του μπορεί να θύμωναν, ότι δεν ήξερα καν αν θα μπορούσα να το κάνω».
Ο Θεό γύρισε προς τον Ντάνιελ και την κυρία Χάρις.
«Και ξέρετε τι μου απάντησε; “Ακριβώς γι’ αυτό θέλω να το κάνεις. Γιατί όλοι θα κοιτάζουν το φόρεμα και θα ξεχάσουν, έστω για λίγα λεπτά, ότι ήρθαν εδώ για να κλάψουν. Κάποιος θα θυμώσει, κάποιος θα απορήσει, κάποιος θα αναρωτηθεί γιατί. Και τότε εσύ θα τους πεις την αλήθεια. Ότι εγώ το ζήτησα”».
Η αίθουσα παρέμεινε σιωπηλή.
Ο Θεό πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε:
«Δεν ήταν εύκολο να βρω το θάρρος. Το φόρεμα είναι της αδελφής μου. Όταν της εξήγησα τι μου είχε ζητήσει ο Τζακ, με αγκάλιασε και μου είπε ότι δεν χρειαζόταν να απολογηθώ σε κανέναν επειδή κρατούσα μια υπόσχεση στον άνθρωπο που αγαπούσα σαν αδελφό».
Κοίταξε το φέρετρο.
«Σήμερα, όταν στάθηκα στην είσοδο και είδα όλους εσάς ντυμένους στα μαύρα, παραλίγο να γυρίσω πίσω. Φοβήθηκα. Φοβήθηκα ότι θα με μισούσατε. Φοβήθηκα ότι θα πίστευε ο κόσμος πως προσπαθούσα να τραβήξω την προσοχή πάνω μου, σε μια ημέρα που ανήκει στον Τζακ».
Τα δάκρυα κυλούσαν πλέον ελεύθερα στο πρόσωπό του.
«Αλλά μετά θυμήθηκα ότι, έξι μήνες πριν, ένα αγόρι που πονούσε περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να περιγράψει, μου ζήτησε να κάνω κάτι που θα τον έκανε να χαμογελάσει. Και δεν μπορούσα να τον απογοητεύσω. Όχι τώρα. Όχι όταν αυτή είναι η τελευταία υπόσχεση που μπορώ να κρατήσω για εκείνον».
Η κυρία Χάρις σηκώθηκε αργά από τη θέση της.
Ο Ντάνιελ την κοίταξε, σαν να ήθελε να την εμποδίσει, αλλά εκείνη δεν του έδωσε σημασία. Προχώρησε προς τον Θεό με βήματα ασταθή.
«Γιατί δεν μας το είπε;» ψιθύρισε. «Γιατί δεν μας είπε ότι ήθελε κάτι τέτοιο;»
Ο Θεό την κοίταξε με απέραντη θλίψη.
«Επειδή φοβόταν ότι θα προσπαθούσατε να τον μεταπείσετε. Και επειδή δεν ήθελε να σας δώσει άλλη μία απόφαση να πάρετε, άλλη μία ανησυχία να κουβαλήσετε. Ήθελε να είναι δική του επιλογή. Μία τελευταία επιλογή που θα έκανε επειδή το ήθελε ο ίδιος».
Η μητέρα του Τζακ λύγισε.
Έκρυψε το πρόσωπό της στο στήθος του Θεό και έκλαψε όπως δεν είχε κλάψει ούτε στο νοσοκομείο, ούτε τις ατελείωτες νύχτες που περίμενε να ακούσει τον γιο της να αναπνέει ήρεμα στο διπλανό δωμάτιο.
Ο Θεό την αγκάλιασε προσεκτικά, σαν να φοβόταν ότι θα την πλήγωνε ακόμη περισσότερο.
«Συγγνώμη», ψιθύρισε εκείνη. «Συγγνώμη που σε κοιτάξαμε έτσι. Δεν ήξερα… Δεν ήξερα τι κουβαλούσες μέσα σου».
Ο Ντάνιελ παρέμενε ακίνητος.
Το πρόσωπό του είχε χάσει τον θυμό του, αλλά κάτι άλλο είχε εμφανιστεί στα μάτια του: μια βαθιά, βασανιστική ενοχή.
«Υπάρχει κι άλλο;» ρώτησε τελικά με βραχνή φωνή.
Ο Θεό απομακρύνθηκε λίγο από την κυρία Χάρις και κοίταξε τον πατέρα του φίλου του.
«Ναι», απάντησε. «Υπάρχει κάτι ακόμη που μου ζήτησε να σας πω. Αλλά μου είπε να περιμένω μέχρι να βρίσκεστε και οι δύο εδώ, μαζί».
Ο Ντάνιελ έσφιξε τα χείλη του.
«Τι πράγμα;»
Ο Θεό κοίταξε πρώτα τη μητέρα του Τζακ και ύστερα τον πατέρα του.
«Ο Τζακ μου είπε ότι υπήρχε κάτι που δεν σας είχε αποκαλύψει ποτέ. Κάτι που ήθελε να μάθετε, αλλά δεν είχε βρει το θάρρος να σας το πει όσο ζούσε».
Η κυρία Χάρις σήκωσε αργά το κεφάλι.
«Τι εννοείς;»
Ο Θεό έβαλε το χέρι στην τσέπη του σακακιού που φορούσε πάνω από το κόκκινο φόρεμα και έβγαλε έναν μικρό, διπλωμένο φάκελο.
Στο μπροστινό μέρος υπήρχαν δύο λέξεις, γραμμένες με τον γνώριμο γραφικό χαρακτήρα του Τζακ:
«Για τους γονείς μου».
Η μητέρα του άπλωσε τα χέρια της, αλλά σταμάτησε λίγο πριν αγγίξει τον φάκελο.
«Τι γράφει;» ρώτησε με φωνή που μόλις ακουγόταν.
Ο Θεό τον κράτησε για λίγο στο στήθος του.
«Δεν τον έχω ανοίξει», είπε. «Ο Τζακ μου ζήτησε να σας τον παραδώσω εδώ, στην κηδεία του. Μου είπε ότι, όταν θα τον διαβάζατε, ίσως καταλαβαίνατε επιτέλους κάτι που εκείνος προσπαθούσε να σας δείξει όλους αυτούς τους μήνες».
Ο Ντάνιελ πλησίασε αργά.
Για πρώτη φορά από τη στιγμή που είχε δει το κόκκινο φόρεμα, δεν έμοιαζε θυμωμένος. Έμοιαζε φοβισμένος.
Η κυρία Χάρις πήρε τον φάκελο με τρεμάμενα δάχτυλα.
Και μόλις είδε τη μικρή πρόταση που ο Τζακ είχε γράψει στο πίσω μέρος, το πρόσωπό της χλώμιασε.
«Ντάνιελ…» ψιθύρισε.
Εκείνος έσκυψε προς το μέρος της.
«Τι είναι;»
Η γυναίκα του τον κοίταξε με μάτια γεμάτα τρόμο και πόνο.
«Μας γράφει ότι πρέπει να διαβάσουμε αυτό το γράμμα μέχρι το τέλος… πριν κατηγορήσουμε οποιονδήποτε για όσα συνέβησαν».
Ο Ντάνιελ πάγωσε.
Κανείς δεν μίλησε.
Γιατί εκείνη τη στιγμή, και οι δύο κατάλαβαν πως το γράμμα του γιου τους δεν ήταν απλώς ένας τελευταίος αποχαιρετισμός.
Ήταν κάτι που ο Τζακ είχε αφήσει πίσω του για να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι γονείς του θα θυμούνταν τις τελευταίες του ημέρες.
Και η πρώτη γραμμή του γράμματος ήταν αρκετή για να τους κάνει να κοιταχτούν σαν να έβλεπαν ο ένας τον άλλον για πρώτη φορά.
«Μαμά, μπαμπά, υπάρχει κάτι που δεν γνωρίζετε για τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής μου…»
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 3…