Ονομάζομαι Νταϊάν και πριν από τρία χρόνια έχασα τον μοναχογιό μου, τον Κέιλεμπ. Ήταν μόλις δεκαεννέα ετών όταν ένα τροχαίο δυστύχημα έβαλε τέλος στη ζωή του, αφήνοντας πίσω του ένα κενό που καμία λέξη, καμία αγκαλιά και κανένα πέρασμα του χρόνου δεν κατάφερε να γεμίσει.
Οι άνθρωποι μου έλεγαν ότι ο χρόνος γιατρεύει τις πληγές.
Στην αρχή, ήθελα να τους πιστέψω. Περίμενα πως κάποια στιγμή θα ξυπνούσα ένα πρωί και θα μπορούσα να αναπνεύσω χωρίς να αισθάνομαι εκείνο το βάρος στο στήθος μου. Πως θα άκουγα το όνομά του χωρίς να νιώθω ότι κάποιος μου τραβάει την καρδιά από το σώμα.
Όμως, τρία χρόνια αργότερα, εξακολουθούσα να πιάνω τον εαυτό μου να περιμένει να ακούσει τα κλειδιά του στην εξώπορτα.
Κάποιες φορές, όταν περνούσα μπροστά από το αγαπημένο του καφέ, γύριζα ασυναίσθητα το κεφάλι μου, επειδή για μια στιγμή πίστευα ότι θα τον έβλεπα να κάθεται δίπλα στο παράθυρο, με το γνωστό του χαμόγελο και τα ακουστικά περασμένα στον λαιμό.
Ύστερα θυμόμουν.
Και η πραγματικότητα επέστρεφε με όλη της τη σκληρότητα.
Κάθε Κυριακή επισκεπτόμουν τον τάφο του. Ήταν η μοναδική συνήθεια που δεν είχα εγκαταλείψει ποτέ. Έπαιρνα φρέσκα λουλούδια από το ίδιο ανθοπωλείο, καθάριζα προσεκτικά τη μαρμάρινη πλάκα και καθόμουν δίπλα του, μιλώντας του για όσα συνέβαιναν στη ζωή μου.
Του έλεγα για τον καιρό, για τους γείτονες, για τις μικρές δυσκολίες της καθημερινότητας.
Του έλεγα ακόμη και πράγματα που δεν θα έλεγα σε κανέναν άλλον.
Μερικές φορές έκλαιγα. Άλλες φορές απλώς καθόμουν σιωπηλή, με το χέρι μου ακουμπισμένο στο κρύο μάρμαρο, προσπαθώντας να θυμηθώ τη φωνή του όσο πιο καθαρά μπορούσα.
Και τότε, πριν από μερικούς μήνες, άρχισα να παρατηρώ κάτι παράξενο.
Έναν σκύλο.
Ήταν ένας μεσαίου μεγέθους ημίαιμος, με καφέ και γκρίζο τρίχωμα, βρώμικα πόδια και μάτια που έμοιαζαν να κουβαλούν περισσότερη θλίψη απ’ όση θα περίμενε κανείς από ένα ζώο. Δεν φορούσε κολάρο και δεν φαινόταν να ανήκει σε κανέναν.
Την πρώτη φορά που τον είδα δίπλα στον τάφο του Κέιλεμπ, υπέθεσα ότι είχε απλώς περιπλανηθεί στο νεκροταφείο.
Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία.
Την επόμενη Κυριακή, όμως, ήταν πάλι εκεί.
Ξαπλωμένος δίπλα στη μαρμάρινη πλάκα, με το κεφάλι ακουμπισμένο στα μπροστινά του πόδια.
Δεν γάβγιζε. Δεν πλησίαζε τους επισκέπτες. Δεν ζητούσε φαγητό.
Απλώς περίμενε.
Και το πιο παράξενο ήταν πως, κάθε φορά που ετοιμαζόμουν να φύγω, εκείνος σηκωνόταν και απομακρυνόταν πριν από εμένα.
Σαν να είχε ολοκληρώσει μια αποστολή που μόνο ο ίδιος καταλάβαινε.
Με τον καιρό, η παρουσία του άρχισε να μου προκαλεί μια περίεργη αίσθηση. Δεν φοβόμουν τον σκύλο. Αντίθετα, ένιωθα μια ανεξήγητη τρυφερότητα γι’ αυτόν.
Κάτι στον τρόπο που κοιτούσε την επιγραφή του τάφου με έκανε να αναρωτιέμαι αν είχε γνωρίσει τον γιο μου.
Ήταν δυνατόν ο Κέιλεμπ να είχε φροντίσει αυτό το ζώο κάποτε, χωρίς εγώ να το γνωρίζω;
Ο γιος μου αγαπούσε τα ζώα. Από μικρός σταματούσε στον δρόμο για να χαϊδέψει κάθε αδέσποτο που συναντούσε. Είχε ξοδέψει τα τελευταία του χρήματα για να αγοράσει τροφή σε μια γάτα που έμενε πίσω από το σχολείο του.
Θυμόμουν ακόμη τι μου είχε πει μια μέρα, όταν τον είχα ρωτήσει γιατί νοιαζόταν τόσο πολύ για πλάσματα που δεν μπορούσαν να του ανταποδώσουν τίποτα.
«Μαμά», είχε απαντήσει, «δεν χρειάζεται να σου δώσει κάποιος κάτι για να αξίζει την αγάπη σου».
Τότε είχα γελάσει και του είχα χαϊδέψει τα μαλλιά.
Τώρα εκείνη η φράση επέστρεφε στο μυαλό μου ξανά και ξανά.
Έτσι, ένα πρωινό Κυριακής, αποφάσισα να ρωτήσω τον υπεύθυνο του νεκροταφείου.
— Συγγνώμη, του είπα. Έχετε παρατηρήσει έναν σκύλο που έρχεται συχνά και ξαπλώνει δίπλα σε έναν συγκεκριμένο τάφο;
Ο άντρας σήκωσε το βλέμμα του από το βιβλίο που κρατούσε.
— Τον καφέ σκύλο λέτε;
— Ναι! Τον γνωρίζετε;
Ανασήκωσε τους ώμους.
— Έρχεται εδώ και αρκετό καιρό. Δεν ξέρω από πού εμφανίζεται. Κάποιες μέρες τον βλέπω από νωρίς το πρωί. Πηγαίνει κατευθείαν σε εκείνο το σημείο και μένει εκεί για ώρες.
Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα.
— Και πού πηγαίνει όταν φεύγει;
— Αυτό δεν το γνωρίζω. Δεν τον έχω ακολουθήσει ποτέ.
Τον ευχαρίστησα, αλλά η απάντησή του δεν με βοήθησε καθόλου.
Αντίθετα, με έκανε να θέλω να μάθω ακόμη περισσότερο.
Ποιος ήταν αυτός ο σκύλος;
Πώς είχε μάθει να βρίσκει τον τάφο του Κέιλεμπ;
Και γιατί επέστρεφε ξανά και ξανά, σαν να είχε δώσει μια υπόσχεση που δεν σκόπευε να αθετήσει;
Την επόμενη Κυριακή, πήγα στο νεκροταφείο νωρίτερα από το συνηθισμένο.
Πήρα μαζί μου τα αγαπημένα λευκά τριαντάφυλλα του γιου μου και κάθισα δίπλα στον τάφο του. Όπως πάντα, του μίλησα για την εβδομάδα που είχε περάσει.
Του είπα ότι μου έλειπε.
Του είπα ότι είχα βρει ένα παλιό του φούτερ μέσα σε ένα κουτί και πως, όταν το κράτησα στην αγκαλιά μου, για μια στιγμή ένιωσα σαν να ήταν ακόμη στο σπίτι.
Και, όπως κάθε φορά, προσπάθησα να μην κοιτάζω υπερβολικά πολλή ώρα τη φωτογραφία του πάνω στο μάρμαρο.
Ο σκύλος εμφανίστηκε λίγο μετά τις δέκα.
Περπάτησε αργά ανάμεσα στους τάφους, χωρίς να αποσπάται από τους ανθρώπους που περνούσαν δίπλα του. Όταν έφτασε στον τάφο του Κέιλεμπ, σταμάτησε για μια στιγμή, μύρισε τα λουλούδια και ξάπλωσε στη συνηθισμένη του θέση.
Δεν προσπάθησα να τον πλησιάσω.
Αυτή τη φορά ήθελα να περιμένω.
Πέρασε σχεδόν μία ώρα.
Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλότερα και ο χώρος είχε αρχίσει να αδειάζει. Όταν τελικά σηκώθηκα, ο σκύλος με κοίταξε για μια στιγμή, αλλά δεν κινήθηκε.
Πήρα την τσάντα μου και κατευθύνθηκα προς την έξοδο.
Έκανα μερικά βήματα.
Ύστερα σταμάτησα.
Κάτι μέσα μου έλεγε πως, αν έφευγα όπως κάθε άλλη Κυριακή, θα συνέχιζα να αναρωτιέμαι για πάντα.
Έτσι, γύρισα πίσω και κάθισα σε ένα παγκάκι αρκετά μακριά από τον τάφο, πίσω από μια σειρά κυπαρισσιών. Από εκεί μπορούσα να παρακολουθώ τον σκύλο χωρίς να με βλέπει καθαρά.
Περίμενα.
Δέκα λεπτά.
Είκοσι.
Και τότε συνέβη.
Ο σκύλος σήκωσε απότομα το κεφάλι του, σαν να είχε ακούσει κάτι που κανείς άλλος δεν μπορούσε να ακούσει. Σηκώθηκε, τεντώθηκε και κοίταξε για τελευταία φορά τη μαρμάρινη πλάκα.
Ύστερα ξεκίνησε προς την έξοδο.
Όχι τυχαία.
Όχι με τον αβέβαιο τρόπο ενός αδέσποτου που ψάχνει τροφή.
Περπατούσε με σταθερό βήμα, σαν να γνώριζε ακριβώς πού πήγαινε.
Σηκώθηκα αμέσως.
Περίμενα να απομακρυνθεί λίγο και μετά τον ακολούθησα.
Στην αρχή, φοβόμουν ότι θα με καταλάβαινε. Κρυβόμουν πίσω από σταθμευμένα αυτοκίνητα και προσποιούμουν ότι κοιτούσα τις βιτρίνες κάθε φορά που γύριζε το κεφάλι του.
Ο σκύλος, όμως, δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται για τίποτα γύρω του.
Πέρασε από έναν κεντρικό δρόμο, διέσχισε μια ήσυχη γειτονιά και συνέχισε προς μια περιοχή που δεν επισκεπτόμουν ποτέ.
Καθώς προχωρούσαμε, τα κτίρια γίνονταν παλαιότερα και οι δρόμοι πιο στενοί. Περάσαμε δίπλα από ένα εγκαταλελειμμένο πρατήριο καυσίμων, με σπασμένα παράθυρα και ξεθωριασμένες πινακίδες. Λίγο παρακάτω, ο σκύλος έστριψε σε ένα στενό δρομάκι ανάμεσα σε δύο σειρές παλιών σπιτιών.
Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά, που πίστευα ότι μπορούσε να την ακούσει.
Είχαν περάσει σχεδόν είκοσι λεπτά από τη στιγμή που φύγαμε από το νεκροταφείο.
Τελικά, ο σκύλος σταμάτησε μπροστά σε ένα μικρό, ερειπωμένο σπίτι στο τέλος ενός αδιεξόδου.
Η αυλή ήταν γεμάτη ξερά φύλλα. Η μπογιά της εξώπορτας είχε ξεφλουδίσει και ένα από τα παράθυρα ήταν καλυμμένο με χαρτόνι.
Δεν υπήρχε αυτοκίνητο.
Δεν υπήρχαν λουλούδια στην είσοδο.
Δεν υπήρχε κανένα σημάδι ότι κάποιος ζούσε εκεί.
Ο σκύλος ανέβηκε τα δύο σκαλοπάτια, έξυσε δύο φορές την πόρτα με το πόδι του και κάθισε.
Περίμενε.
Κράτησα την αναπνοή μου.
Ύστερα ακούστηκε ένας αδύναμος ήχος από το εσωτερικό.
Βήματα.
Αργά, κουρασμένα βήματα.
Η πόρτα άνοιξε με ένα παρατεταμένο τρίξιμο.
Και τότε είδα μια ανθρώπινη φιγούρα να εμφανίζεται στο κατώφλι.
Στην αρχή, δεν μπόρεσα να διακρίνω το πρόσωπό της. Το φως ερχόταν από πίσω και η σκιά κάλυπτε τα χαρακτηριστικά της.
Ο σκύλος σηκώθηκε αμέσως.
Η φιγούρα έσκυψε και χάιδεψε το κεφάλι του με μια οικειότητα που με έκανε να ανατριχιάσω.
— Άργησες σήμερα, αγόρι μου, είπε μια αντρική φωνή.
Μια φωνή που γνώριζα.
Μια φωνή που είχα ακούσει εκατοντάδες φορές στο παρελθόν.
Το αίμα πάγωσε στις φλέβες μου.
Ο άντρας έκανε ένα βήμα προς το φως.
Και τότε είδα το πρόσωπό του.
Ένιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν και αναγκάστηκα να ακουμπήσω στον τοίχο για να μη σωριαστώ στο έδαφος.
Γιατί ο άνθρωπος που στεκόταν μπροστά μου δεν ήταν ένας ξένος.
Ήταν ο Νόα.
Ο καλύτερος φίλος του γιου μου.
Ο νεαρός που είχε καθίσει δίπλα μου στην κηδεία του Κέιλεμπ, κλαίγοντας τόσο δυνατά που δεν μπορούσε να μιλήσει.
Ο ίδιος άνθρωπος που είχε εξαφανιστεί από τη ζωή μας λίγους μήνες μετά το δυστύχημα, χωρίς να απαντά στα τηλεφωνήματά μου και χωρίς να εξηγεί ποτέ γιατί είχε απομακρυνθεί.
Είχα προσπαθήσει πολλές φορές να τον βρω.
Είχα στείλει μηνύματα. Είχα τηλεφωνήσει στους γονείς του. Είχα ρωτήσει κοινούς γνωστούς.
Κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν.
Και τώρα στεκόταν μπροστά μου, σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι, χαϊδεύοντας τον σκύλο που επισκεπτόταν κάθε Κυριακή τον τάφο του γιου μου.
Για μερικά δευτερόλεπτα, δεν μπορούσα να κουνηθώ.
Ο Νόα σήκωσε το βλέμμα του και με είδε.
Το χέρι του έμεινε ακίνητο πάνω στο κεφάλι του σκύλου.
Το πρόσωπό του έχασε κάθε χρώμα.
— Κυρία Νταϊάν; ψιθύρισε.
Δεν απάντησα.
Εκείνος έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου, αλλά σταμάτησε όταν είδε την έκφρασή μου.
— Σας παρακαλώ… είπε. Δεν περίμενα να με ακολουθήσει κανείς.
— Τι κάνεις εδώ; κατάφερα επιτέλους να ρωτήσω.
Ο Νόα κοίταξε τον σκύλο.
Το ζώο ακούμπησε το κεφάλι του στο πόδι του, σαν να προσπαθούσε να τον παρηγορήσει.
Και τότε ο Νόα άρχισε να κλαίει.
— Δεν ήξερα πώς να σας το πω, είπε. Δεν ήξερα πώς να επιστρέψω μετά από όλα όσα συνέβησαν.
— Μετά τον θάνατο του Κέιλεμπ;
Έγνεψε καταφατικά.
— Ναι.
Πλησίασα ένα βήμα.
— Γιατί εξαφανίστηκες; Γιατί δεν ήρθες να με δεις; Γιατί αφήνεις αυτόν τον σκύλο να πηγαίνει κάθε Κυριακή στον τάφο του γιου μου, ενώ εσύ μένεις κρυμμένος εδώ;
Ο Νόα έκλεισε τα μάτια.
Για πολλή ώρα δεν είπε τίποτα.
Ύστερα κοίταξε προς το εσωτερικό του σπιτιού.
— Επειδή, κυρία Νταϊάν, υπάρχει κάτι για τον Κέιλεμπ που δεν γνωρίζετε.
Η καρδιά μου σταμάτησε για μια στιγμή.
— Τι εννοείς;
Ο Νόα έσκυψε, έβαλε το χέρι του μέσα σε μια παλιά τσάντα δίπλα στην πόρτα και έβγαλε έναν μικρό, φθαρμένο φάκελο.
Τον κρατούσε σαν να περιείχε κάτι πολύτιμο.
— Πριν από το δυστύχημα, ο Κέιλεμπ μού ζήτησε να σας παραδώσω αυτό, είπε. Αλλά μετά… μετά δεν είχα το κουράγιο να σας αντικρίσω.
Κοίταξα τον φάκελο.
Το όνομά μου ήταν γραμμένο πάνω του.
Με τον γραφικό χαρακτήρα του γιου μου.
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα.
— Γιατί δεν μου τον έδωσες νωρίτερα;
Ο Νόα κατέβασε το κεφάλι.
— Επειδή δεν ήταν μόνο αυτό το γράμμα. Υπάρχει κάτι ακόμη που πρέπει να μάθετε. Κάτι που συνέβη την ημέρα του δυστυχήματος και που με έκανε να φοβάμαι να επιστρέψω.
Πίσω του, ο σκύλος σηκώθηκε και ακούμπησε τη μουσούδα του στον φάκελο.
Ο Νόα χάιδεψε απαλά την πλάτη του.
— Αυτός ο σκύλος, είπε με τρεμάμενη φωνή, είναι ο λόγος που κατάφερα να συνεχίσω να ζω μετά από εκείνη την ημέρα.
Τον κοίταξα, χωρίς να καταλαβαίνω.
Και τότε πρόσθεσε τις λέξεις που με έκαναν να νιώσω πως όσα πίστευα για τις τελευταίες ώρες της ζωής του γιου μου ίσως να μην ήταν ολόκληρη η αλήθεια.
— Ο Κέιλεμπ δεν ήταν μόνο ο καλύτερός μου φίλος, κυρία Νταϊάν. Ήταν ο άνθρωπος που προσπάθησε να σώσει και τους δυο μας.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 2…