ΜΕΡΟΣ 3 — Ο ΠΡΩΗΝ ΣΥΖΥΓΟΣ ΜΟΥ ΕΧΑΣΕ ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ ΤΟΥ… ΚΑΙ Η ΠΕΘΕΡΑ ΜΟΥ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΠΟΙΑ ΗΤΑΝ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΤΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΥΛΗΣ! 😱
Το δαχτυλίδι του Ίθαν κύλησε πάνω στο μαρμάρινο πάτωμα και σταμάτησε δίπλα στο παπούτσι ενός σερβιτόρου.
Κανείς δεν έσκυψε να το σηκώσει.
Περισσότεροι από εκατό καλεσμένοι κοιτούσαν τον πρώην σύζυγό μου, περιμένοντας να εξηγήσει τι ακριβώς είχε συμβεί.
Ο Ίθαν κρατούσε ακόμη τον φάκελο στα χέρια του. Τα μάτια του κινούνταν από τη μία γραμμή στην άλλη, σαν να πίστευε ότι, αν διάβαζε τα ίδια λόγια αρκετές φορές, θα εμφανιζόταν κάποια μαγική εξήγηση που θα ακύρωνε την πραγματικότητα.
«Όχι», ψιθύρισε.
Η Μάργκαρετ άρπαξε τα έγγραφα από τα χέρια του.
«Τι σημαίνει αυτό;» απαίτησε να μάθει.
Την κοίταξα χωρίς να απαντήσω.
«Κλερ!» φώναξε. «Σε ρωτάω κάτι!»
«Και εγώ περιμένω να διαβάσεις μέχρι το τέλος».
Η φωνή μου ήταν τόσο ήρεμη, που η ίδια φάνηκε να εξοργίζεται ακόμη περισσότερο.
Η Βανέσα στεκόταν δίπλα στον Ίθαν, με το ένα χέρι ακουμπισμένο στην κοιλιά της.
«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε χαμηλόφωνα.
Εκείνος δεν της απάντησε.
Συνέχιζε να κοιτάζει την τελευταία σελίδα.
Η Μάργκαρετ, που μέχρι λίγα λεπτά νωρίτερα υποδεχόταν τους καλεσμένους σαν να ήταν η βασίλισσα μιας αυτοκρατορίας, άρχισε να χάνει την ψυχραιμία της.
«Αυτό είναι κάποιο τέχνασμα!» φώναξε. «Ο Ίθαν κι εγώ ζούμε σε αυτό το σπίτι εδώ και δεκαετίες. Εγώ επέλεξα τα έπιπλα, εγώ πλήρωσα τις ανακαινίσεις, εγώ οργάνωσα κάθε εκδήλωση! Δεν μπορείς να εμφανιστείς από το πουθενά και να ισχυριστείς ότι σου ανήκει!»
Έγειρα ελαφρά το κεφάλι.
«Δεν εμφανίστηκα από το πουθενά, Μάργκαρετ. Έζησα εδώ επτά χρόνια. Απλώς ποτέ δεν ενδιαφέρθηκες να μάθεις τι συνέβαινε πέρα από τους τοίχους του σπιτιού σου».
Μερικοί καλεσμένοι αντάλλαξαν βλέμματα.
Ένας ηλικιωμένος άντρας, που γνώριζα ως παλιό συνεργάτη του Τσαρλς Γουίτμορ, πλησίασε προσεκτικά.
«Μάργκαρετ», είπε, «άφησέ με να δω τα έγγραφα».
Εκείνη δίστασε.
«Δεν υπάρχει τίποτα να δεις».
Ο άντρας πήρε τα χαρτιά και φόρεσε τα γυαλιά του.
Διάβασε σιωπηλά την πρώτη σελίδα.
Ύστερα τη δεύτερη.
Όταν έφτασε στην τελευταία, σήκωσε αργά το βλέμμα του.
«Το καταπίστευμα του Τσαρλς», ψιθύρισε.
Το όνομα του πατέρα του Ίθαν έπεσε στην αίθουσα σαν πέτρα.
Ο Τσαρλς είχε πεθάνει τρία χρόνια νωρίτερα, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια περιουσία, πολλές εταιρείες και μια οικογένεια που ενδιαφερόταν περισσότερο για τον έλεγχο παρά για τις τελευταίες επιθυμίες του.
Όμως είχε αφήσει και κάτι ακόμη.
Ένα σχέδιο.
Ένα σχέδιο που η Μάργκαρετ πίστευε πως δεν θα ανακάλυπτε ποτέ κανείς.
«Αυτό είναι επίσημο έγγραφο», συνέχισε ο ηλικιωμένος άντρας. «Υπάρχει αριθμός καταχώρισης, ημερομηνία και υπογραφή του διαχειριστή».
Η Μάργκαρετ άρπαξε ξανά τα χαρτιά.
«Δεν γίνεται!»
«Γίνεται», της απάντησα. «Και έχει ήδη τεθεί σε ισχύ».
Ο Ίθαν επιτέλους με κοίταξε στα μάτια.
«Πώς το έκανες αυτό;»
Η ερώτησή του με έκανε σχεδόν να γελάσω.
Όχι επειδή ήταν αστεία.
Αλλά επειδή, ύστερα από όλα όσα είχαμε ζήσει, αυτό ήταν το μόνο που τον ενδιέφερε.
Όχι γιατί είχα φύγει από το σπίτι με τις βαλίτσες μου.
Όχι γιατί η μητέρα του με είχε ταπεινώσει μπροστά στους υπηρέτες.
Όχι γιατί με είχε προδώσει ενώ εγώ προσπαθούσα να σώσω τον γάμο μας.
Ήθελε μόνο να μάθει πώς είχα καταφέρει να αποκτήσω τον έλεγχο του σπιτιού που θεωρούσε δικό του.
«Θυμάσαι τον πατέρα σου;» τον ρώτησα.
Το πρόσωπό του σκλήρυνε.
«Μην ανακατεύεις τον πατέρα μου σε αυτό».
«Εκείνος ξεκίνησε τα πάντα».
«Ο πατέρας μου πέθανε!»
«Ναι. Αλλά πριν πεθάνει, φρόντισε να αφήσει πίσω του την αλήθεια».
Τρία χρόνια νωρίτερα, όταν ο Τσαρλς Γουίτμορ είχε επιστρέψει από το νοσοκομείο για τελευταία φορά, μου είχε ζητήσει να πάω στη βιβλιοθήκη.
Θυμάμαι εκείνη την ημέρα σαν να ήταν χθες.
Το φως του απογεύματος περνούσε μέσα από τις ψηλές τζαμαρίες. Η μυρωδιά των παλιών βιβλίων αναμειγνυόταν με το άρωμα του καφέ που είχε κρυώσει πάνω στο γραφείο του.
Ο Τσαρλς καθόταν σε μια δερμάτινη πολυθρόνα, πιο αδύναμος από ποτέ.
«Κλερ, θέλω να σου ζητήσω μια χάρη».
Κάθισα απέναντί του.
«Ό,τι χρειάζεστε».
Χαμογέλασε αχνά.
«Αυτό ακριβώς είναι που με ανησυχεί. Πάντα προσφέρεις περισσότερα απ’ όσα σου ζητούν».
Δεν κατάλαβα τότε τι εννοούσε.
Άνοιξε ένα συρτάρι και έβγαλε έναν λεπτό φάκελο.
«Η οικογένειά μου έχει μάθει να θεωρεί την περιουσία δεδομένη. Η Μάργκαρετ πιστεύει ότι μπορεί να ελέγχει τους πάντες. Ο Ίθαν πιστεύει ότι μπορεί να αποφεύγει τις συνέπειες των πράξεών του».
Σταμάτησε για να πάρει ανάσα.
«Και εσύ είσαι ο μόνος άνθρωπος που δεν προσπάθησε ποτέ να με χρησιμοποιήσει».
«Δεν θέλω τίποτα από την περιουσία σας», του είπα.
«Το ξέρω. Γι’ αυτό ακριβώς σε εμπιστεύομαι».
Μου εξήγησε ότι είχε δημιουργήσει ένα οικογενειακό καταπίστευμα, με συγκεκριμένους όρους για την προστασία της περιουσίας του.
Δεν ήθελε τα χρήματα και τα ακίνητά του να γίνουν όπλα στα χέρια ανθρώπων που θα τα χρησιμοποιούσαν για να εκβιάζουν, να τιμωρούν ή να ελέγχουν τους άλλους.
Είχε προβλέψει διαδικασίες που θα ενεργοποιούνταν υπό συγκεκριμένες νομικές προϋποθέσεις.
Και είχε ορίσει εμένα ως εφεδρική διαχειρίστρια, αν ο βασικός μηχανισμός ελέγχου αποτύγχανε.
«Δεν σου ζητώ να τιμωρήσεις τον γιο μου», μου είπε. «Σου ζητώ να μην επιτρέψεις σε κανέναν να καταστρέψει όσα έχτισα, μόνο και μόνο επειδή πιστεύει ότι του ανήκουν».
Κράτησα τον φάκελο χωρίς να ξέρω αν θα χρειαζόταν ποτέ να τον χρησιμοποιήσω.
«Κι αν δεν συμβεί τίποτα;» τον ρώτησα.
Ο Τσαρλς χαμογέλασε.
«Τότε θα είμαι ευτυχισμένος που δεν χρειάστηκε ποτέ να το μάθεις».
Δεν χρειάστηκε να μάθω περισσότερα εκείνη την ημέρα.
Μόνο δύο χρόνια αργότερα, όταν ανακάλυψα την απιστία του Ίθαν και άρχισα να εξετάζω τα οικονομικά της οικογένειας, κατάλαβα γιατί ο Τσαρλς είχε προετοιμαστεί τόσο προσεκτικά.
Και γιατί είχε επιλέξει εμένα.
«Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να χρησιμοποιείς το όνομα του πατέρα μου!» φώναξε ο Ίθαν, επαναφέροντάς με στο παρόν.
Η φωνή του αντήχησε κάτω από τους πολυελαίους.
«Δεν το χρησιμοποιώ. Εφαρμόζω όσα εκείνος υπέγραψε».
«Είμαι ο γιος του!»
«Και εγώ ήμουν η γυναίκα σου».
Για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ, δεν είχε απάντηση.
Η Μάργκαρετ έσφιξε τα χαρτιά τόσο δυνατά, ώστε οι άκρες τους τσαλακώθηκαν.
«Ακόμη κι αν αυτά είναι αληθινά, δεν μπορείς να μας διώξεις από τη μια στιγμή στην άλλη!»
«Δεν ήρθα για να κάνω κάτι παράνομο», της είπα. «Τα δικαιώματα όλων θα εξεταστούν σύμφωνα με τα έγγραφα και τη διαδικασία που προβλέπει ο νόμος. Αλλά η έπαυλη δεν μπορεί να συνεχίσει να χρησιμοποιείται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα».
«Και η γιορτή;» ρώτησε απότομα.
Κοίταξα γύρω μου.
Τα λουλούδια.
Τις σαμπάνιες.
Τα ασημένια μαχαιροπίρουνα.
Την τεράστια τούρτα με τα χρυσά διακοσμητικά.
«Η γιορτή σας μπορεί να συνεχιστεί μόνο αν οι αρμόδιοι επιβεβαιώσουν ότι υπάρχει νόμιμη εξουσιοδότηση για τη χρήση του χώρου. Αυτό ακριβώς πρόκειται να ελεγχθεί».
Η Μάργκαρετ με κοίταξε σαν να είχα μόλις καταστρέψει ολόκληρο τον κόσμο της.
Και ίσως, για εκείνη, να το είχα κάνει.
Τότε ο Ίθαν πλησίασε.
«Κλερ, μπορούμε να μιλήσουμε ιδιαιτέρως;»
Τον κοίταξα για αρκετά δευτερόλεπτα.
Πόσες φορές είχα ευχηθεί να μου ζητήσει μια τέτοια συζήτηση όταν ήμασταν ακόμη παντρεμένοι;
Πόσες φορές είχα περιμένει να με κοιτάξει στα μάτια και να μου πει την αλήθεια;
Τώρα, επιτέλους, ήθελε να μιλήσουμε.
Μόνο που ήταν πολύ αργά για να αλλάξει το παρελθόν.
«Μπορείς να μιλήσεις εδώ», του απάντησα.
Έριξε μια ματιά στους καλεσμένους.
«Δεν χρειάζεται να το κάνεις μπροστά σε όλους».
«Εσύ δεν είχες κανένα πρόβλημα να με πετάξεις στον δρόμο μπροστά στους υπηρέτες. Η μητέρα σου δεν είχε κανένα πρόβλημα να με ταπεινώσει μπροστά στους ανθρώπους που εργάζονται για την οικογένειά σας. Γιατί τώρα σε ενοχλεί το κοινό;»
Το πρόσωπό του κοκκίνισε.
Η Βανέσα απομακρύνθηκε μισό βήμα από κοντά του.
Και τότε, από το βάθος της αίθουσας, ακούστηκε μια φωνή.
«Ίσως επειδή υπάρχει κάτι ακόμη που πρέπει να μάθει η Κλερ».
Όλοι γύρισαν προς την είσοδο.
Ένας άντρας με γκρίζα μαλλιά και μαύρο κοστούμι πλησίαζε κρατώντας έναν δεύτερο φάκελο.
Τον αναγνώρισα αμέσως.
Ήταν ο Ρίτσαρντ Μπένετ, ο παλιός νομικός σύμβουλος του Τσαρλς.
Ο άνθρωπος που είχε συντάξει τα έγγραφα του καταπιστεύματος.
Δεν τον περίμενα εκεί.
«Κύριε Μπένετ;» είπα.
Εκείνος έγνεψε σοβαρά.
«Συγγνώμη που διακόπτω, Κλερ. Αλλά μετά τις τελευταίες εξελίξεις, πιστεύω ότι είναι ώρα να αποκαλυφθεί ολόκληρη η αλήθεια».
Η Μάργκαρετ έχασε το χρώμα της.
«Ρίτσαρντ, δεν έχεις καμία δουλειά εδώ».
«Αντιθέτως», απάντησε εκείνος. «Ίσως είμαι ο μόνος άνθρωπος σε αυτή την αίθουσα που γνωρίζει τι πραγματικά συνέβη με την περιουσία του Τσαρλς».
Ο Ίθαν έκανε ένα βήμα προς το μέρος του.
«Τι θέλεις να πεις;»
Ο Ρίτσαρντ κοίταξε πρώτα τον Ίθαν και μετά εμένα.
«Η έπαυλη είναι μόνο ένα μέρος της ιστορίας. Υπάρχει και ένα δεύτερο έγγραφο. Ένα έγγραφο που ο πατέρας σου είχε ζητήσει να παραμείνει σφραγισμένο μέχρι να συμβεί ακριβώς αυτό που συνέβη σήμερα».
Έβγαλε τον δεύτερο φάκελο.
Πάνω του υπήρχε μια ημερομηνία.
Και μια υπογραφή.
Η υπογραφή του Τσαρλς Γουίτμορ.
«Τι περιέχει;» ρώτησα.
Ο Ρίτσαρντ κοίταξε τη Μάργκαρετ.
«Την τελική απόφαση του Τσαρλς για το ποιος θα ελέγχει την οικογενειακή περιουσία, αν ο Ίθαν αποδεικνυόταν ανάξιος της εμπιστοσύνης του».
Η Μάργκαρετ έπιασε την άκρη του τραπεζιού για να στηριχτεί.
Ο Ίθαν έμεινε ακίνητος.
Και η Βανέσα, που μέχρι τότε είχε παρακολουθήσει τη σκηνή χωρίς να μιλά, ψιθύρισε κάτι που μόνο εγώ άκουσα:
«Όχι… Δεν μπορεί να είναι αυτό».
Γύρισα απότομα προς το μέρος της.
«Τι είπες;»
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
Για πρώτη φορά, δεν έμοιαζε με τη γυναίκα που είχε έρθει να πάρει τη θέση μου.
Έμοιαζε με κάποια που φοβόταν πως το μυστικό της επρόκειτο να καταστρέψει περισσότερα απ’ όσα είχε φανταστεί.
Και τότε ο Ρίτσαρντ άνοιξε τον δεύτερο φάκελο.
Συνεχίζεται στο ΜΕΡΟΣ 4…